Την επίσημη απάντησή του στην παρέμβαση του Δημάρχου Κυθήρων για τις επανειλημμένες διελεύσεις τουρκικών αλιευτικών σκαφών κοντά στις ακτές του νησιού απέστειλε το Β΄Λιμενικό Τμήμα Κυθήρων.
Το έγγραφο με ημερομηνία 10 Ιουλίου 2026 απαντά στην επιστολή του Δημάρχου της 29ης Ιουνίου, η οποία είχε αποσταλεί έπειτα από νέες καταγραφές τουρκικών σκαφών με ρυμουλκούμενους ιχθυοκλωβούς στη θαλάσσια περιοχή των Κυθήρων και ιδιαίτερα κοντά στο Καψάλι.
Η βασική θέση του Λιμενικού είναι ότι τα συγκεκριμένα σκάφη δεν αλιεύουν κατά τη διέλευσή τους από την περιοχή, αλλά μεταφέρουν ζωντανό ερυθρό τόνο από την κεντρική Μεσόγειο προς μονάδες εκτροφής και πάχυνσης στην Τουρκία.
Σύμφωνα με την απάντηση, η αλιεία ερυθρού τόνου πραγματοποιείται από ειδικά αδειοδοτημένα σκάφη στο πλαίσιο της Διεθνούς Επιτροπής για τη Διατήρηση των Θυννοειδών του Ατλαντικού —της ICCAT— και μετά την αλίευση τα ψάρια μεταφέρονται ζωντανά μέσα σε ρυμουλκούμενους κλωβούς.
Το συγκεκριμένο σκέλος της απάντησης είναι συμβατό με το διεθνές κανονιστικό πλαίσιο. Η ICCAT αναγνωρίζει δύο διαφορετικές κατηγορίες σκαφών: εκείνα που αλιεύουν ενεργά ερυθρό τόνο και τα «λοιπά σκάφη» που συμμετέχουν σε συναφείς δραστηριότητες, στις οποίες περιλαμβάνεται η μεταφορά και η ρυμούλκηση κλωβών. Και οι δύο κατηγορίες πρέπει να είναι εγγεγραμμένες στα αντίστοιχα μητρώα και να διαθέτουν τις απαιτούμενες άδειες.
Επομένως, η παρουσία τουρκικών σκαφών που μεταφέρουν ζωντανό τόνο δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη παράνομης αλιείας. Η Τουρκία συμμετέχει στο σύστημα διαχείρισης της ICCAT και τουρκικά σκάφη μπορούν νόμιμα να εμπλέκονται στη συγκεκριμένη δραστηριότητα, εφόσον είναι αδειοδοτημένα και τηρούν τις προβλεπόμενες διαδικασίες.
Η διέλευση κοντά στις ακτές δεν είναι αυτομάτως παράνομη
Το Λιμενικό αναφέρει επίσης ότι, εξαιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή, τα σκάφη κινήθηκαν πλησίον των Κυθήρων, ακολουθώντας ασφαλέστερη πορεία.
Και αυτή η εξήγηση είναι νομικά πιθανή. Η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας αναγνωρίζει στα πλοία όλων των κρατών δικαίωμα αβλαβούς διέλευσης μέσα από τα χωρικά ύδατα ενός παράκτιου κράτους. Η διέλευση πρέπει να είναι συνεχής και ταχεία, ενώ μπορεί να περιλαμβάνει στάση ή αγκυροβολία όταν αυτό επιβάλλεται από συνήθεις ανάγκες ναυσιπλοΐας, ανωτέρα βία ή κατάσταση κινδύνου.
Το παράκτιο κράτος έχει δικαίωμα να ελέγχει τα πλοία και να λαμβάνει μέτρα για την αποτροπή παραβιάσεων της αλιευτικής νομοθεσίας και για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας.
Άρα, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι απλώς εάν τα σκάφη πέρασαν μέσα από τα ελληνικά χωρικά ύδατα, αλλά εάν η πορεία τους ήταν πράγματι συνεχής, εάν τα αλιευτικά εργαλεία τους ήταν ανενεργά και εάν η ρυμούλκηση των κλωβών γινόταν με νόμιμο και ασφαλή τρόπο.
Τι συνέβη στις συγκεκριμένες διελεύσεις;
Παρά τη γενική εξήγηση που δίνει το Λιμενικό, η απάντηση δεν αποσαφηνίζει πλήρως τι συνέβη στις συγκεκριμένες διελεύσεις που προκάλεσαν την ανησυχία κατοίκων και επαγγελματιών αλιέων.
Δεν διευκρινίζεται, για παράδειγμα, πόσο κοντά στις ακτές κινήθηκαν τα σκάφη, αν εισήλθαν στα ελληνικά χωρικά ύδατα, ούτε αν τα συγκεκριμένα περιστατικά ελέγχθηκαν επιτόπου ή απλώς παρακολουθήθηκαν από τις αρμόδιες αρχές.
Παράλληλα, η επίκληση των δυσμενών καιρικών συνθηκών δεν συνοδεύεται από σαφέστερη εξήγηση για το γιατί τα σκάφη χρειάστηκε να κινηθούν τόσο κοντά στα Κύθηρα. Υπενθυμίζεται ότι εκείνη την ημέρα στη θάλασσα Κυθήρων είχαμε σχεδόν άπνοια! Απάντηση δεν δίνεται ούτε στο βασικό ζήτημα που θέτουν οι ντόπιοι ψαράδες: κατά πόσο η διέλευση μεγάλων σκαφών με ρυμουλκούμενους κλωβούς δημιουργεί κινδύνους για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και την άσκηση της τοπικής αλιευτικής δραστηριότητας.
Έτσι, το έγγραφο απαντά στο αν διαπιστώθηκε παράνομη αλιεία, όχι όμως σε όλες τις πλευρές του ζητήματος που απασχολούν την τοπική κοινωνία.
Η διατύπωση ότι «δεν έχει μέχρι σήμερα διαπιστωθεί παράνομη αλιευτική δραστηριότητα» είναι σημαντική, αλλά αφορά ένα περιορισμένο ερώτημα: το εάν τα τουρκικά σκάφη ψάρευαν παράνομα.
Δεν απαντά πλήρως στο κατά πόσο η διέλευσή τους πραγματοποιήθηκε σε ασφαλή απόσταση, εάν τηρήθηκαν όλοι οι όροι της αβλαβούς διέλευσης ή εάν η ρυμούλκηση των κλωβών δημιουργούσε λειτουργικό κίνδυνο για τους ψαράδες και τα υπόλοιπα σκάφη της περιοχής.
Η γενική εξήγηση για τη μεταφορά ζωντανού τόνου είναι βάσιμη, όμως η επίκληση «δυσμενών καιρικών συνθηκών» δεν τεκμηριώνεται επαρκώς. Εφόσον την ημέρα των διελεύσεων στην περιοχή επικρατούσαν άπνοια και ήρεμη θάλασσα, το Λιμενικό όφειλε να εξηγήσει σαφέστερα ποιο ακριβώς καιρικό δεδομένο επέβαλε την κίνηση των σκαφών τόσο κοντά στις ακτές. Χωρίς αυτή τη διευκρίνιση, το βασικό επιχείρημα της απάντησης παραμένει αδύναμο.
Kythera.News














