Η νέα άνοδος των τιμών στα καύσιμα έχει ήδη εξανεμίσει την έκπτωση που είχε προηγηθεί, επιβαρύνοντας εκ νέου τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, υπογράμμισε ο πρώην πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της BP Ελλάδος, Σπύρος Μιχαλακάκης, μιλώντας στην τηλεόραση της «Ναυτεμπορικής».
Σύμφωνα με το έμπειρο στέλεχος της αγοράς ενέργειας, η πρόσκαιρη αποκλιμάκωση που καταγράφηκε στις τιμές δεν κατάφερε να προσφέρει πραγματική και διαρκή ανακούφιση. Οι αυξήσεις που ακολούθησαν κάλυψαν γρήγορα το όποιο όφελος, με αποτέλεσμα η τιμή στην αντλία να παραμένει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
Ο κ. Μιχαλακάκης επισήμανε ότι οι διεθνείς εξελίξεις και οι διακυμάνσεις στις τιμές του πετρελαίου επηρεάζουν άμεσα την εγχώρια αγορά. Ωστόσο, καθοριστικό ρόλο στην τελική επιβάρυνση εξακολουθούν να διαδραματίζουν οι φόροι, οι οποίοι αποτελούν μεγάλο μέρος της λιανικής τιμής των καυσίμων.
Η διατήρηση των τιμών σε υψηλά επίπεδα δημιουργεί πρόσθετη πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, αλλά και στο κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων. Ιδιαίτερα έντονες είναι οι συνέπειες για τις μεταφορές, τον τουρισμό, την αγροτική παραγωγή και τις περιοχές στις οποίες η χρήση του αυτοκινήτου αποτελεί καθημερινή ανάγκη και όχι επιλογή.
Ο πρώην επικεφαλής της BP έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι τα προσωρινά μέτρα και οι περιορισμένες εκπτώσεις δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα στη ρίζα του. Αντίθετα, θεωρεί αναγκαία τη λήψη ουσιαστικότερων και μονιμότερων παρεμβάσεων, μεταξύ των οποίων η μείωση των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης και η ενίσχυση του ελέγχου σε όλα τα στάδια διαμόρφωσης των τιμών.
Η νέα παρέμβασή του επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα κατά πόσο οι μειώσεις που εμφανίζονται στη χονδρική αγορά μεταφέρονται έγκαιρα και στο σύνολό τους στον καταναλωτή, καθώς και εάν η υφιστάμενη φορολογική πολιτική επιτρέπει οποιαδήποτε ουσιαστική αποκλιμάκωση της τιμής στην αντλία.
Σε μια περίοδο κατά την οποία το ενεργειακό κόστος παραμένει μία από τις σημαντικότερες πηγές ακρίβειας, ο Σπύρος Μιχαλακάκης προειδοποιεί ότι χωρίς δομικές παρεμβάσεις, κάθε προσωρινή έκπτωση θα συνεχίσει να εξανεμίζεται μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα από την επόμενη αύξηση.












