Με τα κλαδιά του έλατου, πράσινες σπάθες
που χαράζουν με φως τον άνεμο,
σχεδιάζω στον ουρανό την αγάπη.
Ζωγραφίζω ένα άλογο λυπημένο,
χωρίς πέταλα, που τα σύννεφα
το σκεπάζουν με τη σιωπή τους.
Ήθελα να χτίσω ένα καμίνι από ήλιο,
να κάψω εκεί όλα τα χαμόγελα του κόσμου,
να γίνουν χρυσή στάχτη, να τη σπείρω
πάνω στη διψασμένη γη, να χορτάσει ο άνθρωπος.
Με τα καθαρά χέρια του νερού
πλέκω το μυστήριο της ζωής στις όχθες του φόβου.
Βλέπω πρόσωπα ατελείωτα, μάτια βαθιά σαν πηγές,
δρόμους που αντηχούν από το βήμα της αδελφοσύνης.
Μια πηγή φωτός παλεύει μέσα μου
με το αλμυρό δάκρυ της σάρκας·
είναι η λαχτάρα μου να ανέβω ψηλά,
εκεί που ο αέρας ανασαίνει σαν καθαρό σπαθί.
Μάνα! Η καρδιά μου είναι ένα ρόδι
από πυρωμένο σίδερο κι αγάπη!
Με ράντισες με τα δάκρυα που έσταξαν
από τα βουρκωμένα μάτια των άστρων,
όταν προσεύχονταν για τον κόσμο.
Ο θάνατος είναι μια μαύρη κιθάρα στη σιωπή,
που κανείς δεν την αγγίζει, κι όμως
παίζει το τραγούδι της αιώνιας νύχτας.
Κι η αναζήτηση του τέλους, ένας πληγωμένος ταύρος
που μας γεμίζει αγωνία,
μήπως και αγγίξουμε την τελειότητα του Θεού.
Το τέλος είναι ένας κύκλος από πέτρα,
ένα σύνορο, μια πόρτα κλειστή.
Μα η ψυχή θέλει να βγει ξυπόλυτη το σούρουπο,
να τρέξει στους δρόμους του σύμπαντος.
Όμως, κοίτα το φεγγάρι! Τι σκληρό, λαμπερό φως!
Η ζωή μας είναι μία και μοναδική,
ντυμένη τα κίτρινα και τα πορφυρά της αυγής,
με χίλια πρόσωπα που χαμογελούν στο μέλλον.
Δυο βότσαλα στην άκρη του γιαλού
μας πιτσίλισαν με όλη τη λιακάδα του κόσμου.














