Ένας μεγάλος κύκλος έκλεισε το βράδυ του Σαββάτου 5 Σεπτεμβρίου στον Αυλέμονα.
Ύστερα από 23 καλοκαίρια, το Αραχτοπωλείο του Σταύρου Κυριακάκη έριξε αυλαία στο μικρό λιμανάκι που για χιλιάδες ανθρώπους έγινε συνώνυμο με τα καλοκαίρια στα Κύθηρα.
Δεν έκλεισε απλώς ένα καφέ-μπαρ.
Έκλεισε ένα στέκι. Μια μικρή μουσική σκηνή. Ένα σημείο συνάντησης. Ένας τόπος στον οποίο άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών, καταγωγών και μουσικών ακουσμάτων μπορούσαν να βρεθούν γύρω από ένα τραπέζι, με ένα ποτήρι και —κυρίως— ένα τραγούδι.
Το Αραχτοπωλείο γεννήθηκε το καλοκαίρι του 2004, όταν ο μουσικός και DJ Σταύρος Κυριακάκης αποφάσισε να πραγματοποιήσει, όπως έχει πει ο ίδιος, ένα παιδικό του όνειρο: να δημιουργήσει στα Κύθηρα το δικό του μικρό μπαρ. Με τα χρόνια το αποκαλούσε «μεγάλο κομμάτι» του εαυτού του και έλεγε ότι εκεί δοκιμάστηκαν οι μουσικές του, τόσο ως DJ όσο και ως μουσικού, αλλά και ότι εκεί γεννήθηκαν πολλές από τις συνεργασίες και τις μουσικές φιλίες του.
Εκεί όπου το σκηνικό το έφτιαξε η ίδια η φύση
Ίσως κανένα αρχιτεκτονικό concept να μην μπορούσε να δημιουργήσει αυτό που υπήρχε ήδη εκεί.
Το κάτω λιμανάκι του Αυλέμονα. Οι βαρκούλες. Τα καΐκια. Τα δίχτυα των ψαράδων. Η Βαρδιόλα λίγα μέτρα πιο πέρα. Το τελευταίο απογευματινό φως και ύστερα το φεγγάρι πάνω από τη θάλασσα.
Σε αυτό το σκηνικό μπήκαν οι μουσικές επιλογές του Σταύρου: soul, funk, ethnic, world, jazz, rock, reggae, ελληνικές διασκευές και ήχοι που δεν περίμενες να ακούσεις σε ένα νησί όπως τα Κύθηρα. Γιατί όντως ο Σταύρος έφερε στο νησί των Κυθήρων μια πλούσια και ποιοτική μουσική παλέτα που έκανε τις ψυχές μας πιο ευτυχισμένες, πιο ανέμελες, πιο γεμάτες.
Και κάπου ανάμεσα στις μουσικές ήταν πάντα και τα κοκτέιλ. Το Αραχτοπωλείο είχε χτίσει τη δική του μπάρα, με προσεγμένες συνταγές, πειραματισμούς και ποτά που με τα χρόνια απέκτησαν το δικό τους κοινό. Για πολλούς, μάλιστα, η επίσκεψη στον Αυλέμονα είχε και αυτή τη μικρή σταθερά: «πάμε για ένα κοκτέιλ στον Σταύρο».
Δεν ήταν συμπλήρωμα της μουσικής. Ήταν μέρος της ίδιας ιστορίας.
Έτσι το Αραχτοπωλείο δεν έγινε ποτέ απλώς «άλλο ένα μαγαζί στον Αυλέμονα». Απέκτησε προσωπικότητα.
Ταξιδιωτικοί οδηγοί και δημοσιεύματα άρχισαν να το ξεχωρίζουν ακριβώς γι’ αυτόν τον συνδυασμό τοπίου και μουσικής. Η Καθημερινή σε ένα αφιέρωμα για τα Ιόνια Νησιά, το παρουσίαζε ως ένα ατμοσφαιρικό μπαρ πάνω από το λιμανάκι με τις βάρκες και τα καΐκια, με τον Σταύρο Κυριακάκη να επιλέγει world και ethnic μουσικές, ενώ η Athens Voice το συμπεριλάμβανε επί χρόνια στις προτάσεις διασκέδασης των Κυθήρων για τα cocktails και τα live του.
Και κάπως έτσι, στόμα με στόμα, καλοκαίρι με καλοκαίρι, απέκτησε ανθρώπους που επέστρεφαν ξανά και ξανά.
Όχι μόνο για το cocktail. Για την αίσθηση, το βίωμα.

Μια μικρή μουσική σκηνή στον Αυλέμονα
Το σημαντικότερο κεφάλαιο της ιστορίας του, όμως, ήταν η μουσική.
Στα 23 καλοκαίρια της διαδρομής του, το Αραχτοπωλείο φιλοξένησε ένα εντυπωσιακό πλήθος καλλιτεχνών, μουσικών και σχημάτων, διαφορετικών γενεών και μουσικών καταβολών, αρκετοί από τους οποίους συγκαταλέγονται στις σημαντικότερες παρουσίες της ελληνικής jazz, world, ροκ και σύγχρονης μουσικής σκηνής.
Ο Βασίλης Καζούλης, ο Δημήτρης Ζερβουδάκης, ο Μίλτος Πασχαλίδης, ο Μανώλης Φάμελλος, ο Στάθης Δρογώσης, η Ανδριάνα Μπάμπαλη και η Joanna Drigo έφεραν στον Αυλέμονα διαφορετικές γενιές και εκφράσεις της ελληνικής τραγουδοποιίας.
Ο Haig Yazdjian, με το ούτι και τον ιδιαίτερο μουσικό του κόσμο, έφερε τους ήχους της Ανατολής και της world μουσικής, ενώ οι Blues Wire έδωσαν το δικό τους αυθεντικό blues στίγμα. Από το Αραχτοπωλείο πέρασαν ακόμη ο Γιώργος Λιμάκης, οι Opera Chaotique, αλλά και το Sera Bello’s Vocal Quartet του Σεραφείμ Μπέλλου, με τις Ξένια Ντανιά και Monique Kabasele στις φωνές και τον Γιώργο Δελλή στο πιάνο.
Ξεχωριστό κεφάλαιο στη μουσική ιστορία του Αραχτοπωλείου αποτέλεσε η jazz και ο αυτοσχεδιασμός, με τον Christian Ronig, τη Roosey Blue και, βέβαια, τους Human Touch — David Lynch, Γιώτη Κιουρτσόγλου και Σταύρο Λάντσια — τρεις κορυφαίους μουσικούς που συνέδεσαν επανειλημμένα την παρουσία τους με το αγαπημένο στέκι του Αυλέμονα.
Τραγούδι, jazz, blues, world και αυτοσχεδιασμός συναντήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια στο ίδιο σημείο, λίγα μέτρα από τη θάλασσα και τις βαρκούλες του Αυλέμονα. Ένα εντυπωσιακό μουσικό αποτύπωμα που αποτελεί πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας του Αραχτοπωλείου.
Και η διαδρομή συνεχίστηκε.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Σταύρος έχει περιγράψει το Αραχτοπωλείο ως τόπο όπου γεννήθηκαν μουσικές φιλίες. Μία από αυτές ξεκίνησε στα Κύθηρα το 2015 με τον Γιώτη Κιουρτσόγλου και εξελίχθηκε αργότερα σε συνεργασία μαζί με τον Καλλίστρατο Δρακόπουλο.
Κάτι περισσότερο από μουσική
Στα 23 αυτά χρόνια το μικρό στέκι δεν περιορίστηκε μόνο στα live.
Φιλοξένησε πολιτιστικές βραδιές, παρουσιάσεις βιβλίων και διαφορετικές μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης. Το 2022, για παράδειγμα, ο stand-up comedian Στέλιος Ανατολίτης έδωσε εκεί δύο παραστάσεις, ενώ στο Αραχτοπωλείο πραγματοποιήθηκαν και παρουσιάσεις βιβλίων, ανάμεσά τους και εκείνες της Μάρως Λεονάρδου.
Ακόμη το 2016, ο χώρος είχε παραχωρηθεί για εκδήλωση αφιερωμένη στο ναυάγιο του «Μέντορα» και στα Γλυπτά του Παρθενώνα, με ομιλητές, συγγραφείς και παιδική χορωδία.
Με άλλα λόγια, το Αραχτοπωλείο είχε καταφέρει κάτι σπάνιο:
να λειτουργεί ταυτόχρονα ως καφέ, μπαρ, μουσική σκηνή, χώρος πολιτισμού και —πάνω απ’ όλα— ως μεγάλη καλοκαιρινή παρέα.
Η οικογένεια πίσω από το Αραχτοπωλείο
Κι αν ο Σταύρος ήταν η μουσική ψυχή του χώρου, το Αραχτοπωλείο ήταν από την αρχή οικογενειακή υπόθεση.
Ήταν τα περίφημα γλυκά της κυρίας Τασίας, η σοκολατόπιτα και η πορτοκαλόπιτα που απέκτησαν σχεδόν δική τους φήμη. Ήταν οι άνθρωποι που εργάστηκαν εκεί όλα αυτά τα καλοκαίρια. Ήταν ο γλυκός Κυρ-Γιάννης, ο πατέρας του Σταύρου, πάντα με προσωπική έγνοια ότι όλα πηγαίνουν «ρολόι» στο όμορφο στέκι. Και τα τελευταία χρόνια ήταν και ο Ορφέας Κυριακάκης, ο οποίος απέκτησε ενεργό ρόλο δίπλα στον πατέρα του.
Γι’ αυτό και η ιστορία του Αραχτοπωλείου δεν μπορεί να γραφτεί μόνο μέσα από ανακοινώσεις και ονόματα καλλιτεχνών. Γιατί γράφτηκε κυρίως από ανθρώπους. Από παρέες που κάθισαν στα πεζούλια. Από ζευγάρια που ήπιαν εκεί το πρώτο τους ποτό. Από παιδιά που μεγάλωσαν και επέστρεψαν χρόνια αργότερα.
Από Κυθήριους, ανθρώπους της διασποράς και επισκέπτες που μπορεί να πέρασαν μία μόνο φορά, αλλά κράτησαν αυτή τη μικρή γωνιά του Αυλέμονα μέσα στις μνήμες των διακοπών τους
Ένα «ευχαριστώ» είναι λίγο
Για όλους εμάς που ζήσαμε αυτές τις βραδιές, που βρεθήκαμε έστω μία φορά εκεί όταν το φεγγάρι έβγαινε πάνω στο λιμανάκι και η μουσική ακουγόταν ανάμεσα στις βαρκούλες, ένα «ευχαριστώ» στον Σταύρο και στην οικογένειά του μοιάζει λίγο.
Γιατί υπάρχουν επιχειρήσεις που κλείνουν και αντικαθίστανται. Και υπάρχουν μέρη που, όταν κλείνουν, αφήνουν πίσω τους κενό. Το Αραχτοπωλείο ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Το Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου δεν έκλεισε μόνο η πόρτα ενός καταστήματος.
Έκλεισε ένα κεφάλαιο της σύγχρονης καλοκαιρινής ιστορίας του νησιού.
Και μαζί του έμειναν εκεί, κάπου ανάμεσα στη Βαρδιόλα, στις βάρκες και στη θάλασσα, 23 καλοκαίρια μουσικών, φίλων, φεγγαριών, γεύσεων, γέλιων, έρωτα και επιστροφών.
Ταξίδι σε άλλες θάλασσες
Ο Σταύρος είχε προαναγγείλει ήδη το τέλος λέγοντας πως το Αραχτοπωλείο θα «σαλπάρει» αναζητώντας το επόμενο λιμάνι του.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το σωστό τέλος. Όχι ένα αντίο. Ένας απόπλους.
Καλές θάλασσες λοιπόν, Σταύρο. Και καλά καινούργια λιμάνια.
Γιατί τα στέκια μας μπορεί να έχουν διεύθυνση. Οι μουσικές όμως όχι.
Και το ταξίδι στα Κύθηρα, έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν ποτέ απλώς ένα ταξίδι προς έναν τόπο.
Ήταν πάντοτε ένα ταξίδι με σκοπό.
Και συνεχίζεται.













