Με αφορμή την επικρατούσα διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς του Μυλοποτάμου Κυθήρων, η παρούσα μελέτη παλινδρομεί ανάμεσα στα υλικά και άυλα στοιχεία των ιστορικών τόπων. Η στρατηγική της προστασίας στον εν λόγω τόπο περιορίζεται στην τμηματική και αποσπασματική ανάδειξη των αρχιτεκτονικών τεκμηρίων, δημιουργώντας χάσμα μεταξύ ανθρώπου – χώρου αλλά και ιστορικής – βιωμένης πραγματικότητας.

Η μνήμη και το μνημείο, ως κοινές συνιστώσες της μνημόνευσης, δηλαδή μιας διαδικασίας προσδιορισμού μεταξύ εαυτού και κόσμου, ακολουθούν στη διάρκεια της ιστορίας μια πορεία όπου άλλοτε συνυπάρχουν και άλλοτε διαχωρίζονται. Η διαχείριση της κληρονομιάς περνά από την αρχική ανάγκη των (δυτικών) κοινωνιών για δημιουργία μνημείων- με σκοπό την a-posteriori μεταλαμπάδευση συνθηκών του παρελθόντος- στη σύγχρονη αναγνώριση των άυλων και ταπεινών αξιών των ανθρώπινων πολιτισμών, δομώντας αντιλήψεις περί αυθεντικότητας, ταυτότητας και κυρίως τοπικότητας. Ο τόπος της αφορμής συγκροτείται βάσει αυτών των αντιλήψεων για να αποτελέσει ένα παράδειγμα προσέγγισης της “τοπικότητας”, ως “πνεύμα” κάθε πολιτιστικής κληρονομιάς, μέσα από την συσχέτιση της συλλογικής μνήμης και της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής του χώρου του.

Βόγια Ερίντα – Μαγουλά Κατερίνα

Επιβλέπων Καθηγητής Βασίλης Γκανιάτσας

blank

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

2 × one =