goats

του Δρ Παναγιώτη Πλατή*

Η ορθολογική διαχείριση των βοσκοτόπων επιτυγχάνεται με διάφορα μέσα και τεχνικές που στηρίζονται σε επιστημονικές αρχές οι οποίες εδράζονται σε ερευνητικά αποτελέσματα και διαχειριστικές εμπειρίες.

Η βοσκοφόρτωση (ο αριθμός των ζώων που βόσκουν σε ένα βοσκότοπο για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, π.χ. 1 μήνα ή 1 έτος) είναι ίσως το σημαντικότερο διαχειριστικό μέσο γιατί έχει το μεγαλύτερο αντίκτυπο στο βοσκότοπο και στην απόδοση των ζώων. Η βοσκοφόρτωση επηρεάζει άμεσα την παραγωγή και την ποιότητα της βοσκήσιμης ύλης, τη βοτανική σύνθεση του βοσκότοπου, τη φυσιολογία των φυτών, την παραγωγικότητα των ζώων και την αποδοτικότητα της κτηνοτροφικής εκμετάλλευσης.

Ο υπολογισμός της κανονικής βοσκοφόρτωσης είναι μια σύνθετη εργασία που απαιτεί ειδικές γνώσεις οικολογίας και φυσιολογίας φυτών και συμπεριφοράς βόσκησης των ζώων. Η βοσκοϊκανότητα (ο αριθμός των ζώων που μπορούν να βοσκήσουν και να αποδώσουν το μέγιστο δυνατό σ’ ένα βοσκότοπο μακροπρόθεσμα, χωρίς αυτός να ζημιωθεί), καθορίζεται από φυσικούς παράγοντες (π.χ. έδαφος και κλίμα) και έχει άμεση σχέση με την παραγωγική ικανότητα ενός βοσκότοπου.

Η βοσκοφόρτωση εφαρμόζεται από ανθρώπους, διαμέσου της διαχείρισης των αγροτικών και άγριων ζώων και είναι το μοναδικό ίσως μέσο επίτευξης της διαχείρισης της βόσκησης. Δηλαδή, η βοσκοφόρτωση μπορεί να διαφέρει από έτος σε έτος εξαιτίας της διακύμανσης της διαθέσιμης βοσκήσιμης ύλης, ενώ η βοσκοϊκανότητα γενικά θεωρείται ότι είναι ο μέσος αριθμός ζώων που ένας βοσκότοπος μπορεί να συντηρήσει στη διάρκεια του χρόνου.

Η βοσκοφόρτωση που διασφαλίζει την αειφορία ενός βοσκότοπου μακροπρόθεσμα συμπίπτει με τη βοσκοϊκανότητά του. Ορθολογική διαχείριση της βόσκησης σημαίνει εξισορρόπηση της ζωικής και λιβαδικής παραγωγής μακροπρόθεσμα και όχι μεγιστοποίηση μεμονωμένα της μιας ή της άλλης παραγωγής.

Αυτό επιτυγχάνεται σε μεγάλο βαθμό με την κανονική βοσκοφόρτωση. Οι παράγοντες που επηρεάζουν τη βοσκοφόρτωση είναι: η διαθέσιμη έκταση για βόσκηση, το ύψος βροχής, τα λιβαδικά είδη και η παραγωγικότητά τους, η τοπογραφία, η κατανομή των θέσεων ποτίσματος, το είδος ζώου και η ηλικία, καθώς και το φυσιολογικό στάδιό τους. Για τον υπολογισμό της θα πρέπει να προσδιοριστούν: 1) η ποσότητα βοσκήσιμης ύλης που απαιτείται από το είδος του ζώου που βόσκει σε ένα βοσκότοπο, 2) η ποσότητα βοσκήσιμης ύλης που παράγεται στο βοσκότοπο στη διάρκεια του έτους και η ποσότητα αυτής που είναι διαθέσιμη για βόσκηση και 3) η διάρκεια βόσκησης. Για τον ακριβή υπολογισμό της βοσκοφόρτωσης θα πρέπει ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες να συνυπολογισθεί και η πιθανή κατανάλωση από άγρια ζώα ή έντομα, καθώς και οι απώλειες εξαιτίας του ποδοπατήματος. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό το ποσοστό αγγίζει το 25% της συνολικής βοσκήσιμης ύλης.

Κανονικά η ποσότητα κατανάλωσης από μη αγροτικά ζώα θα πρέπει να υπολογιστεί εφόσον είναι γνωστός ο αριθμός τους, διαφορετικά θα πρέπει να εκτιμηθεί.

Επίσης, η βοσκήσιμη ύλη των διάφορων θέσεων ενός βοσκότοπου δεν αξιοποιείται ομοιόμορφα από τα βόσκοντα ζώα και αυτό είναι σε στενή εξάρτηση από την απόστασή τους από τις θέσεις ποτίσματος και τα τοπογραφικά χαρακτηριστικά τους. Θέσεις του βοσκότοπου που απέχουν περισσότερο από 3 χλμ από σημεία ποτίσματος συνήθως υποβόσκονται. Το ποσοστό χρησιμοποίησης της βοσκήσιμης ύλης θέσεων που απέχουν 1,5 με 3 χλμ από θέσεις ποτίσματος κυμαίνεται από 30 έως 70 %, ανάλογα με το είδος ζώου, την εποχή βόσκησης και την τοπογραφία. Μεγάλες κλίσεις, επίσης, συντελούν στη μείωση της αξιοποιήσιμης βοσκήσιμης ύλης. Για παράδειγμα, για θέσεις του βοσκότοπου με κλίση μεγαλύτερη από 60%, η βοσκήσιμη ύλη τους θα πρέπει να θεωρείται ως μη αξιοποιήσιμη στο σύνολό της για βοοειδή. Για θέσεις με κλίση 31-60% η βοσκήσιμη ύλη αξιοποιείται κατά 40% από βοοειδή, ενώ για θέσεις με κλίση 11-30% κατά 70%. Για θέσεις με κλίση κάτω από 10% η βοσκήσιμη ύλη αξιοποιείται πλήρως.

Για τους λόγους αυτούς, θα πρέπει η βοσκοφόρτωση να προσαρμοστεί ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του βοσκότοπου.

Εκτίμηση πληθυσμού αγροτικών ζώων που βόσκουν ελεύθερα στα Κύθηρα

Λωρίδες – Διπλή δειγματοληψία

Ειδικότερα, η εκτίμηση πληθυσμού των αγροτικών ζώων που βόσκουν ελεύθερα στα Κύθηρα θα γίνει με την εφαρμογή της μεθόδου των Λωρίδων (Ζωνών). Συγκεκριμένα, με τη χρήση δορυφορικών εικόνων και σύγχρονων μεθόδων ανάλυσης θα αποτυπωθούν όλοι οι διαθέσιμοι τύποι οικοτόπων/λιβαδικοί τύποι, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στις εκτάσεις που αποτελούν, στην παρούσα περίοδο, εν δυνάμει βοσκήσιμες εκτάσεις (δασολίβαδα, θαμνολίβαδα, ποολίβαδα, γεωργικές εκτάσεις, κ.ά.) στο νησί.

Η θεματική ανάλυση θα γίνει σύμφωνα με τις προδιαγραφές των Διαχειριστικών Σχεδίων Βόσκησης, όπως και η κλίμακα της ανάλυσης. Τα δεδομένα θα προέρχονται από ελεύθερης πρόσβασης δορυφορικές εικόνες υψηλής ανάλυσης (π.χ. Sentinel 2), ενώ θα υποβοηθείται, όπου είναι απαραίτητο και από ορθοφωτοχάρτες πολύ υψηλής χωρικής ανάλυσης (π.χ. Κτηματολογίου).

Βάσει της χαρτογράφησης θα επιλεγεί αριθμός αντιπροσωπευτικών επιφανειών σε όλη την έκταση του νησιού, στις οποίες θα εκτιμηθεί ο αριθμός των αγροτικών ζώων με την εφαρμογή της μεθόδου των Λωρίδων. Οι λωρίδες πρέπει να καλύπτουν τις διαφοροποιήσεις της βλάστησης και τις ιδιαιτερότητες του τοπίου. Δύο άτομα βαδίζουν κατά μήκος της λωρίδας με συγκεκριμένο και όσο το δυνατό σταθερό ρυθμό βαδίσματος (περίπου 25 -30 λεπτά της ώρας ανά χλμ) και καταγράφουν: τον αριθμό των ζώων που εντοπίζουν οπτικά, την κάθετη απόσταση που απέχουν τα ζώα από τη θέση θέασής τους έως τη λωρίδα, το σημείο της λωρίδας, όπου εντοπίστηκαν τα ζώα (GPS). Σε μερικές λωρίδες θα διεξαχθεί επιτόπια, συστηματική και ενδελεχής καταγραφή όλων των ζώων και αν είναι δυνατό θα αναγνωριστεί τόσο το φύλο των ζώων (αρσενικό – θηλυκό), όσο και η ηλικία τους (ενήλικο – ανήλικο) και στις υπόλοιπες θα εκτιμηθεί.

Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στην αποφυγή διπλής καταγραφής του ίδιου ατόμου κατά μήκος των λωρίδων. Για το λόγο αυτό το ένα από τα δύο άτομα θα πρέπει να εστιάζει την προσοχή του στις μετακινήσεις των ζώων που καταγράφονται (προτιμάται η παρακολούθηση με κιάλια). Στη συνέχεια, θα καταρτιστούν εξισώσεις συσχέτισης, βάσει των οποίων εκτιμάται ο αριθμός των αγροτικών ζώων σε όλη την έκταση του νησιού. Η μέθοδος παρέχει αξιόπιστα και ακριβή αποτελέσματα, είναι ταχεία και επομένως οικονομική, και προκρίνεται για την εκπλήρωση του συγκεκριμένου σκοπού, δηλ. την ακριβή εκτίμηση του αριθμού των αγροτικών ζώων που υπάρχουν στο νησί για τον προσδιορισμό της βοσκοφόρτωσης.

Τα αποτελέσματα που θα προκύψουν σχετικά με τον αριθμό αλλά και τη διασπορά των ζώων θα συγκριθούν και με στοιχεία που θα ληφθούν από επίσημες αρχές αλλά και από γνώστες της περιοχής.

Άλλες εναλλακτικές μέθοδοι είναι: α) Η εφαρμογή διπλής δειγματοληψίας (χρήση δορυφορικών εικόνων και επίγειες μετρήσεις), β) Η εγκατάσταση καμερών (βιντεολήψεις), και γ) Η χρήση τηλεκατευθυνόμενων αεροπλάνων (drones).

Και στις τρεις περιπτώσεις το κόστος είναι πολλαπλάσιο της μεθόδου των Λωρίδων (Ζωνών), αλλά υπάρχουν και ιδιαιτερότητες. Σε συνέχεια, η βοσκοφόρτωση θα συγκριθεί με την παρούσα βοσκοϊκανότητα δηλ. την παραγωγική ικανότητα των βοσκοτόπων των Κυθήρων.

* Ο Δρ Παναγιώτης Πλατής είναι Δασολόγος-Λιβαδοπόνος, Τακτικός Ερευνητής στο Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών του Ελληνικού Γεωργικού Οργανισμού «ΔΗΜΗΤΡΑ».

Το κείμενο του Δρ Παναγιώτη Πλατή είναι αναδημοσίευση από το περιοδικό «Η ΦΥΣΗ» της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ  (Τεύχος 160), που κυκλοφορεί με το αφιέρωμα:  «Το ταξίδι για την αναγέννηση των Κυθήρων»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

one × 4 =