Η μελέτη διεξήχθη από τους Cyprian Broodbank, Thilo Rehren και Antonia-Maria Zianni. Οι αναλύσεις πραγματοποιήθηκαν το 2003 στα εργαστήρια Wolfson του University College London, στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος Kythera Island Project (KIP).
Περίληψη
Η παρούσα εργασία εξετάζει την τεχνολογική σύνθεση και την προέλευση μεταλλικών ευρημάτων από τον οικισμό Καστρί στα Κύθηρα, καλύπτοντας ένα ευρύ χρονολογικό φάσμα από τη Μινωική περίοδο των Δεύτερων Ανακτόρων έως τους Ύστερους Ρωμαϊκούς χρόνους. Δεδομένου ότι το νησί στερείται σημαντικών μεταλλευμάτων, η έρευνα επικεντρώνεται στον ρόλο του οικισμού ως διαμετακομιστικού κέντρου και στην εξέλιξη της τοπικής μεταλλουργίας.
Κατά την περίοδο των Δεύτερων Ανακτόρων, η ανάλυση επικεντρώθηκε σε χάλκινα και αργυρά αντικείμενα που βρέθηκαν σε ανασκαφικά στρώματα της Υστερομινωικής Ι Α περιόδου. Τα χάλκινα δείγματα ταυτοποιήθηκαν ως θραύσματα πλινθωμάτων (ingots) καθαρού χαλκού με υψηλά επίπεδα θειουχίδιων, γεγονός που αποδεικνύει την εισαγωγή ακατέργαστου μετάλλου από πηγές εκτός του νησιού και τη συμμετοχή των Κυθήρων στα μινωικά εμπορικά δίκτυα. Παράλληλα, εξετάστηκαν τρία αργυρά αγγεία σε μορφή λεπτού ελάσματος, τα οποία αποτελούνται από κράματα αργύρου-χαλκού και πιθανώς προορίζονταν για τελετουργική χρήση ή επίδειξη λόγω της εξαιρετικής λεπτότητάς τους.
Στους ιστορικούς χρόνους, τα ευρήματα αφορούν κυρίως τη μεταλλουργία σιδήρου, με τα δείγματα της Κλασικής περιόδου να ταυτοποιούνται ως σκωρίες από κάμινο παραγωγής σιδήρου (bloomery slag). Η παρουσία αυτών των καταλοίπων υποδηλώνει τοπική παραγωγή σιδήρου κοντά στο Καστρί, πιθανώς με τη χρήση εγχώριων μεταλλευμάτων. Μεταξύ των ευρημάτων ξεχωρίζουν ορισμένα ασυνήθιστα υλικά, όπως ένα δείγμα αρσενικούχου σιδήρου (speiss) και ένα κομμάτι χυτοσιδήρου που προέκυψε από τυχαία υπερθέρμανση της καμίνου, στοιχεία που υπογραμμίζουν την πολυπλοκότητα των μεταλλουργικών διεργασιών στο νησί.
Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το Καστρί διατήρησε τον ρόλο του ως βασικό σημείο εισόδου μετάλλων στα Κύθηρα, αν και η παραγωγή σιδήρου κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους φαίνεται να είχε διαχυθεί και σε αγροτικές περιοχές του νησιού. Τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν ότι ο οικισμός συμμετείχε ενεργά στη διακίνηση και επεξεργασία στρατηγικών πρώτων υλών καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας.











