Το αφιέρωμα αυτό είναι μια ωδή στο «Τσιρίγο», όπως το τραγούδησαν οι άνθρωποί του. Τα τραγούδια αυτά δεν είναι απλώς στίχοι, αλλά ζωντανές αναμνήσεις που περιγράφουν τη γεωγραφία, τη λαογραφία και την καθημερινή ζωή του νησιού. Σε καθένα έχουν προστεθεί λαογραφικές, γεωγραφικές και ιστορικές σημειώσεις που ρίχνουν φως στο περιεχόμενο και την προέλευσή τους.
ΑΣ ΧΑΜΗΛΩΝΑΝ ΤΑ ΒΟΥΝΑ
Ας χαμηλώναν τα βουνά
να ‘βλεπα το Τσιρίγο
πού ‘χει κορίτσια έμορφα
και κόκκινα σα μήλο.
Πιο κάτω απ’τον Καβομαλιά
πιο πάνω από την Κρήτη
εις το Τσιρίγο τ’όμορφο
γεννήθει η Αφροδίτη.
Ω Παναγιά μου Καστρινή
και `συ Αγία Μόνη
να μην αφήσεις κοπελιά
εις το Τσιρίγο μόνη.
Orange trees of Karava
που κάνεις πορτοκάλια
δώσε μου κόρη το φιλί
μή θέλεις παρακάλια.
Τσιρίγο όμορφο νησί
δε θέλω το κακό σου
γιατί πατώ το χώμα σου
και πίνω το νερό σου.
0 ήλιος όταν πρωτοβγεί
χρυσώνει τις ακτές σου
και το φεγγάρι χαίρεται
τις τόσες ομορφιές σου.
0 μέσα Βούργος μ’ εκκλησίες
χώρα με πατινάδες
και το λιβάδι με δροσιές
και με τις πρασινάδες.
Απ’ την Παληόπολ’ έρχομαι
και βγαίνω στις Γουρνάδες
Μητάτα και Βιαράδικα
έχουν τις πρασινάδες.
Notes:
Προέλευση: Ίσως το πιο γνωστό και εμβληματικό τραγούδι των Κυθήρων (Τσιρίγο). Λειτουργεί ως ένας μουσικός “χάρτης” του νησιού.
Τοπωνύμια & Αναφορές: Γίνεται γεωγραφικός προσδιορισμός του νησιού («πιο κάτω απ’ τον Καβομαλιά, πιο πάνω από την Κρήτη») και αναφορά στον μύθο ότι τα Κύθηρα είναι το νησί της Αφροδίτης.
Οικισμοί & Ιερά: Μνημονεύονται προσκυνήματα όπως η Παναγία η Καστρινή (στο Κάστρο της Χώρας) και η Αγία Μόνη, αλλά και πλήθος χωριών: Καραβάς (γνωστός για τις πηγές και τις πορτοκαλιές του), Μέσα Βούργος (ιστορικός οικισμός κάτω από το Κάστρο), Παλαιόπολη, Μητάτα και Βιαράδικα (γνωστά για την πλούσια βλάστησή τους).
ΠΑΠΑΔΟΠΑΝΑΓΙΩΤΑΙΝΑ
Δεν στο ‘πα Παναγιώταινα
δεν στο ‘πα δεν στο μήνυσα
με το πουλί τ ‘αηδόνι.
Και με τη θάλασσα γραφή
και με το χελιδόνι.
Δεν στο πα Παναγιώταινα
δεν στο ‘πα δεν στα μήνυσα
με το γραμματικό σου
Περίμενε τον κι έρχεται
ο αγαπητικός σου.
Notes:
Μοτίβο: Ανήκει στα παραδοσιακά αφηγηματικά τραγούδια (παραλογές) της αγάπης. Το μοτίβο του «μηνύματος» μέσω των πουλιών (αηδόνι, χελιδόνι) είναι πανελλήνιο, αλλά εδώ έχει προσαρμοστεί στην τοπική μουσική ιδιωματική.
ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΠΑΛΕΤΟ
Τα βαλες πάλι το ‘βαλες
το κόκκινο σπαλέτο
με τρέλανες και πέρυσι
με τρέλανες και φέτο.
Το κόκκινο σπαλέτο σου
το μπλε σου το ζωνάρι
δεν έχει αφήσει ήσυχο
κανένα παλληκάρι.
Κοκκινοφουστανούσα μου
και μπλοβοζωναρού μου
Πιο λίγο τα ναζάκια σου
και πλάνεψες το νου μου.
Δεν φταίω εγώ που σ’ αγαπώ
μόνο να μη θυμώνεις
όμορφη σ’ έφτιαξε ο Θεός
καρδιές για να πληγώνεις.
Όμορφη που ‘σαι μάτια μου
κι ο ήλιος σε ζηλεύει
κι όταν γυρίσει και σε δει
πάει και βασιλεύει.
Notes:
Ενδυμασία: Το «σπαλέτο» (από το ιταλικό spalletto / spalla που σημαίνει ώμος) είναι ένα παραδοσιακό γυναικείο μεταξωτό μαντήλι ή ζακετάκι που έμπαινε στους ώμους και σταύρωνε στο στήθος. Αποτελεί βασικό εξάρτημα της επτανησιακής και κυθηραϊκής φορεσιάς.
Θεματολογία: Ερωτικό, παιχνιδιάρικο τραγούδι («πατινάδα» ή καντάδα) που εξυμνεί την ομορφιά της κοπέλας μέσα από την παραδοσιακή της φορεσιά.
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
Α’ ΝΥΦΙΚΟΣ ΜΕΣΣΑΡΙΤΙΚΟΣ
Είκοσι χρόνια πότιζα
το κλήμα στην αυλή μου
κι απόψε μου το παίρνουνε
κι ας πάει στην ευχή μου.
Να πας παιδί μου στο καλό
να ‘ναι καλό δικό σου
και εμείς τον περιμέναμε
τον αποχωρισμό σου.
Εκεί παιδί μου που θα πάς
σαν κλήμα να ριζώσεις
σαν το βασιλικό ν’ ανθείς
του κλώνους σου ν’ απλώσεις.
Β’ ΝΥΦΙΚΟΣ ΞΩΤΑΡΙΚΟΣ
Σήμερα γάμος γίνεται
σήμερα λάμπει η μέρα
σήμερα στεφανώνεται
αητός την περιστέρα.
Νύφη μου ξάστερο γυαλί
και λαμπερό φεγγάρι
που το ‘βρες που το διάλεξες
αυτό το παλληκάρι.
Notes:
Μεσσαρίτικος & Ξωταρικός: Ονομασίες που προέρχονται από τις περιοχές της Κυθηραϊκής υπαίθρου. «Μεσσαρίτικος» σημαίνει από τη Μεσσαριά (τα κεντρικά χωριά), ενώ «Ξωταρικός» υποδηλώνει προέλευση από τα «Έξω» χωριά του νησιού.
Συμβολισμοί: Το πρώτο τραγούδι είναι το κατευόδιο των γονιών (συμβολισμός της κόρης ως «κλήμα» που μεταφυτεύεται). Το δεύτερο αποτελεί κοινό πανελλήνιο γαμήλιο μοτίβο που εξυμνεί το ταίριασμα του ζευγαριού («αητός και περιστέρα»).
ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΟΠΟΛΗ ΕΚΑΝΑ ΖΕΥΓΑΡΙ
Στην Παλιόπολη έκανα ζευγάρι
και μου φέρανε καλό χαμπάρι.
Λυώ τα βούιδα μου και βγαίνω πάνω
και στο πρόβγαλμα τα βάνω χάμω.
Απ’ αλλάρyου είδα το χιονίτη
κι έφυγα ντελέγου για το σπίτι.
Ζεστασιά σαν μπήκα στην καμάρα
απ’ το τζάκι και από τον ξυλάρα.
Γύρω στο σοφρά όλοι για δείπνο
δόξα το Θεό κι απέ για ύπνο.
Ξημερώνει Καθαροδευτέμ
σαρακοστιανή πέρα για πέρα.
Μυρωδάτος σαν εγγλέζος λόρδος
πρώτος κόπιασε ο γέρο Σκόρδος.
Ήρθε ο Λυμπινάς κι ο Καλλιτσούνης
και ο Λαζανάς κι ο Μακαρούνης.
0 Πλαγιομανάς κι ο Πιπεράδας
κι ο Ρεβύθης και ο yέρο Φάβας.
Να κι ο Αλατζάς και ο Ξυδάτος
στα σαράντα θάρθει ο Λαμπρινάτος
Πιάστε το χορό μικροί μεγάλοι
να ‘μαστε καλά του χρόνου πάλι.
Notes:
Ηθογραφία: Αποτελεί μια εκπληκτική ηθογραφία της αγροτικής ζωής. Περιγράφει το όργωμα («έκανα ζευγάρι», «βούιδα/βόδια») στην Παλαιόπολη και την έλευση της Καθαράς Δευτέρας.
Ονόματα & επίθετα: Το τραγούδι διασώζει χαρακτηριστικά επώνυμα και παρατσούκλια οικογενειών των Κυθήρων (Καλλιτσούνης, Μακαρούνης, Λαζανάς, Φάβας, κ.λπ.), λειτουργώντας ως ένα είδος κοινωνικού χρονικού των παλιών Κυθηρίων.
ΕΠΙΑΣΕ ΠΑΛΙ ΣΤΟ ΧΟΡΟ
Έπιασε πάλι στο χορό
τ’όμορφο πορτοκάλι
και μύρισε κι η μια μεριά
και μύρισε κι η άλλη.
Ομπρός ομπρός βασιλικός
και παραπίσω βιόλα
και παραπίσω γιασεμί
απού μυρίζει απ’ όλα.
Έπιασε πάλι στο χορό
η βέργα η ασημένια
και παραπίσω ακλουθά
η μαργαριταρένια.
Notes:
Χορευτικό: Κλασικό κυκλικό χορευτικό τραγούδι. Τα φυτά και τα λουλούδια (πορτοκάλι, βασιλικός, βιόλα, γιασεμί) χρησιμοποιούνται μεταφορικά για να παινέψουν τους χορευτές και τις χορεύτριες, ανάλογα με τη θέση τους στον κύκλο («ομπρός», «παραπίσω»).
ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΕΝΑΣ ΝΙΟΣ
Όταν ήμουνα μικρό κοπελουδάκι
μικρό κι ανήλικο καλέ κι αμάθητο απ’ αγάπη
την ενόμιζα πως είναι παιχνιδάκι
μα κείνη η αφιλότιμη ήταν πικρή φαρμάκι.
Μάνα μου ένας νιός περνά ξαναπερνάει
μου μιλά δεν του μιλώ με διπλοχαιρετάει.
Πες μου κοπελιά στην ακριβή σου νιότη
γιατί σε μένα να κρατάς αυτή τη σοβαρότη.
Notes:
Θεματολογία: Αποτελείται από διαδεδομένα δίστιχα του ελλαδικού χώρου (με μικρές παραλλαγές). Εκφράζει την αφέλεια της νεότητας απέναντι στον έρωτα, ο οποίος στην πορεία αποδεικνύεται «πικρό φαρμάκι».
ΑΗ ΓΙΩΡΓΗΣ
Κάτω στον Άγιο Γιώργη
κάτω στο κρύο νερό
σκοτώσαν τον Γιαννάκη
τον μοναχόν υγιό.
Τούρκοι τον εσκοτώσαν
Ρωμιοί τον κλαίγανε
και δυο κοπελουδάκια
τον περιπαίζανε.
Γιάννη δεν έχεις μάνα δεν έχεις αδερφή
και όμορφη γυναίκα για να σε Λυπηθεί;
Μα εγώ έχω και μάνα, εγώ έχω κι αδερφή
και όμορφη γυναίκα για να με λυπηθεί.
Notes:
Ιστορικό Μοτίβο: Μια κυθηραϊκή παραλλαγή ενός από τα πιο γνωστά ιστορικά/ακριτικά μοιρολόγια του ελληνικού χώρου («Κάτω στον Άγιο Γιώργη στο κρύο το νερό»). Περιγράφει τον θάνατο ενός νέου και τον θρήνο των δικών του ανθρώπων.
ΕΙΧΑ ΠΟΥΛΑΚΙ ΣΤΟ ΚΛΟΥΒΙ
Αμάν-αμάν είχα πουλάκι στο κλουβί
γλυκοκανάκιζα το
αμάν-αμάν κι άνοιξε αγέρας το κλουβί
κι έφυγε κι έχασα το.
Έλα να σε χαρώ ξενιτεμένο μου πουλί
κι αλλέγκρο μου γεράκι.
Έλα να σε χαρών η ξενητειά σε χαίρεται
κι εγώ πίνω φαρμάκι.
Έλα να σε χαρώ άνοιξες τις φτερούγες σου
και πέταξες μακριά μου.
Έλα να σε χαρώ μα να ‘ρθεις πάλι γρήγορα
μέσα στην αγκαλιά μου.
Έλα να σε χαρώ όσα καλά κι αν επερνάς
όμορφα κι αν εζήσεις
τον τόπο που γεννήθηκες
να μην αλησμονήσεις.
Notes:
Τραγούδι της Ξενιτιάς: Η ξενιτιά έχει αφήσει βαθύ σημάδι στα Κύθηρα, καθώς ιστορικά υπήρξε τεράστιο κύμα μετανάστευσης (κυρίως προς Αυστραλία και Αμερική). Το «πουλάκι» αλληγορικά συμβολίζει τον νέο που φεύγει από το πατρικό σπίτι («άνοιξε αγέρας το κλουβί»). Το τραγούδι αποτελεί μια συγκινητική παράκληση για νόστο.
ΚΑΡΑΒΙΤΙΚΟΣ
Αμάν-αμάν-αμάν αχί καημένε Καραβά
με τις πορτοκαλιές σου
αμάν-αμάν-αμάν και με τα κρύα σου νερά
και με τις κοπελιές σου.
Αμάν-αμάν-αμάν αχί καημένε Καραβά
με το νερό στο ρέμα
αμάν-αμάν-αμάν παν τα κορίτσια για νερό
και έρχονται φιλημένα.
Αμάν – αμάν -αμάν στ’ Αμυργιαλί ήπια νερό
κι έκατσα στην πεζούλα
αμάν – αμέ -αμάν
και μου τον επήρε το νου μια Καραβιτοπούλα.
Αμάν-αμάν-αμάν πορτοκαλιά του Καραβά
σ’αφήνω καληνύχτα
αμάν-αμάν-αμάν αποσπερού σε γλέντησα
τα μυστικά μας κρύφτα.
Notes:
Προέλευση: Τοπικός χορός και τραγούδι του χωριού Καραβάς στα βόρεια των Κυθήρων.
Γεωγραφία: Ο Καραβάς είναι φημισμένος για τα άφθονα τρεχούμενα νερά του (αναφορά στο “Αμυργιαλί”, δηλαδή τις περίφημες πηγές του Αμίρ Αλή) και την καταπράσινη βλάστηση από πορτοκαλεώνες. Τα ρέματα ιστορικά ήταν τόποι συνάντησης και φλερτ για τους νέους.
ΤΑ ΖΑΓΑΡΑΚΙΑ
Παίρνω τα ζαγαράκια μου
και πάω να κυνηγήσω
λαγούς και λάφια για να βρω
και πίσω να γυρίσω.
Τα πήρα και τα έριξα
στα δάση και στα όρη
μα εκείνα μου εβγάλανε
μια πλουμισμένη Κόρη.
Βρίσκω την κόρη κι έπλενε
σε γούρνα μαρμαρένια
εκάθησα και τη κοιτώ
και έβαλε με σ’ έννοια.
Notes:
Λαογραφία: Το «ζαγάρι» είναι το κυνηγόσκυλο. Το τραγούδι ξεκινάει ως κυνηγετικό, αλλά εξελίσσεται σε ένα χαριτωμένο ερωτικό αφήγημα, όπου το «θήραμα» δεν είναι κάποιο ζώο, αλλά μια όμορφη κοπέλα που πλένει στη βρύση – ένα κλασικό σκηνικό στα ελληνικά παραδοσιακά τραγούδια.
ΡΙΖΙΚΑ (ΚΛΗΔΩΝΑΣ)
Ανοίξετε τον Κλήδωνα
στ’ Αη Γιαννού τη χάρη
κι ότινος είν’ το ριζικό
να έρθει να το πάρει.
Και πάλι ξανανοίξετε
να βγει και το δικό της
και όποια είν’η τυχερή
να βγεί το ριζικό της.
Ρίχνω το μήλο στο νερό
και το νερό το πίνω πρόσεξε
να μην μπερδευτείς
στο δίχτυ που σου στήνω.
Τέσσερα μήλα σού ’στειλα
το ένα δαγκωμένο
και μέσα στη δαγκωματιά
σού ‘χω φιλί σταλμένο.
Στο ριζικό μου σ’ έβαλα
και θα σε ριζικάρω
να δω αν είν’ το τυχερό
μάτια μου να σε πάρω.
Notes:
Έθιμο του Κλήδωνα: Συνδέεται άμεσα με τη γιορτή του Αη-Γιάννη του Ριγανά (23-24 Ιουνίου). Τα “Ριζικά” είναι τα αντικείμενα (ριζικάρια) που έριχναν οι ανύπαντρες κοπέλες στο «αμίλητο νερό» σε μια στάμνα.
Λειτουργία: Κατά το άνοιγμα του Κλήδωνα, καθώς ανασύρονταν τα αντικείμενα, τραγουδιούνταν δίστιχα, τα οποία υποτίθεται ότι λειτουργούσαν ως μαντεία ή οιωνός (το «ριζικό») για τον μελλοντικό σύζυγο της ιδιοκτήτριας του αντικειμένου.
ΠΟΤΑΜΙΤΙΚΟΣ
Αμάν αμάν Στον ποταμό οι όμορφες
στη χώρα οι σταράτες
Αμάν αμάν και στα Λογοθετιάνικα
ξανθές και μαυρομάτες.
Αμάν αμάν αγάπησα στον ποταμό
αγάπησα στη χώρα
Αμάν αμάν αγάπησα στον Καραβά
και τι Θα γίνω τώρα.
Αμάν αμάν Αγία μου Ελέσσα μου
και συ Κοντελετού μου.
Αμάν αμάν για φέρτε την αγάπη μου
ή πάρτε μου το νού μου.
Notes:
Προέλευση: Χορός του χωριού Ποταμός (το κεφαλοχώρι των βόρειων Κυθήρων).
Τοπωνύμια: Αναφέρει τους γειτονικούς οικισμούς Ποταμό, Χώρα (την πρωτεύουσα του νησιού), Λογοθετιάνικα και Καραβά, κάνοντας «αξιολόγηση» της ομορφιάς των γυναικών της κάθε περιοχής.
Ιερά: Επίκληση στην Αγία Ελέσσα, πολιούχο του ομώνυμου βουνού και μοναστηριού στα νοτιοδυτικά των Κυθήρων (μαρτύρησε στο νησί), καθώς και την Παναγία Κοντελετού.
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΗΣ
Ώσπερ καύχημα θείον
ως ωράϊσμα τίμιον
σου την Παναγίαν εικόνα
Κυθηρίοις δεδώρησαι.
Θαυμάτων ως αείρροον πηγήν,
κινδύνων και δεινών απαλλαγήν
αειπάρθενε Μαρία
όθεν συμφώνως πόθω σοι κραυγάζομεν.
Δόξα τω σαρκωθέντι διά σου,
δόξα τω σε αναδείξαντι
πάντων των Κυθηρίων κραταιάν
σκέπην και πρόμαχον.
Notes:
Θρησκευτική Παράδοση: Δεν πρόκειται για δημοτικό τραγούδι αλλά για τον επίσημο εκκλησιαστικό ύμνο (Απολυτίκιο) της Παναγίας της Μυρτιδιώτισσας.
Η προστάτιδα των Κυθήρων: Η Μυρτιδιώτισσα είναι η απόλυτη προστάτιδα του νησιού. Σύμφωνα με την παράδοση, η εικόνα της βρέθηκε μέσα σε μυρτιές από έναν βοσκό. Το απολυτίκιο ψάλλεται από όλους τους Τσιριγώτες ανά τον κόσμο.
ΕΙΧΑ ΚΙ ΕΓΩ ΕΝΑΝ ΠΕΤΕΙΝΟ
Αχί πως με μάρανες
είχα κι εγώ έναν πετεινό
κι έκραζε πότε πότε.
Αχί πως με μάρανες
μα μου τον πήρε η αλεπού
και νιάκα δεν μου το ‘πε.
Αχί πως με μάρανες
είχα μια ζούλα γαλανή
ήτανε κι αχελέα.
Αχί πως με μάρανες
ούτε αθρίμπι έτρωγε
ούτε και αθυμαρέα.
Αχί πως με μάρανες
κι ασήκωνε τα πόδια της
κι έκανε το σταυρό της.
Αχί πως με μάρανες
και παρακάΛα το Θεό
να θάψει το βοσκό της.
Notes:
Στιχουργία: Πρόκειται για παραδοσιακό, εξόχως σκωπτικό και σατιρικό τραγούδι της υπαίθρου.
Λεξιλόγιο: Διακρίνονται ενδιαφέρουσες τοπικές λέξεις: «ζούλα» (κατσίκα), «αχελέα» (πιθανώς τοπικός χαρακτηρισμός για ατίθαση ή ακαμάτρα), «αθρίμπι» (είδος θυμαριού). Το χιούμορ κορυφώνεται με την κατσίκα που… κάνει τον σταυρό της για να πεθάνει ο βοσκός της, υπογραμμίζοντας τις καθημερινές δυσκολίες της κτηνοτροφίας με εύθυμο τρόπο.
ΜΕΣΣΑΡΙΤΙΚΟΣ
Ερί κι αμάν αμάν
αέρα Μεσσαρίτικε για φύσηξε λιγάκι
Ερι κι αμάν αμάν
γιατί ο Ποταμίτικος με πότισε φαρμάκι.
Ερι κι αμάν αμάν
ας τραγουδήσω κι ας χαρώ
του χρόνου ποιός το ξέρει
Ερι κι αμάν αμάν
για θα πεθάνω ή θα ζω
ή θα’μαι σ’άλλα μέρη.
Ερι κι αμάν αμάν
ο ξένος μες την ξενητειά
πρέπει να βάλει μαύρα
Ερι κι αμάν αμάν
για να ταιριάζει η φορεσιά
με της καρδιάς τη λαύρα.
Notes:
Προέλευση: Ο τίτλος παραπέμπει πάλι στα Μέσα Κύθηρα, (δηλαδή το μέσα δήμο, το Δήμο του νότου). Το πρώτο δίστιχο αποτυπώνει έναν παιγνιώδη «ανταγωνισμό» ανάμεσα στις περιοχές του νησιού (Μεσσαρίτικος αέρας vs. Ποταμίτικος).
Φιλοσοφία & ξενιτιά: Οι επόμενοι στίχοι διαπνέονται από την παραδοσιακή φιλοσοφία του εφήμερου της ζωής («του χρόνου ποιος το ξέρει») και ολοκληρώνεται με τον βαρύ καημό της ξενιτιάς, μια θεματική που, όπως προαναφέρθηκε, κυριαρχεί στη συλλογική μνήμη των Κυθηρίων.











