Αν ζούσε σήμερα ο Βασίλης Ραφαηλίδης θα έλεγε την αλήθεια χωρίς να τη χτενίζει. Και η αλήθεια, ως γνωστόν, είναι σαν τον άνεργο. Κυκλοφορεί αξύριστη. Δεν θα τον κατηγορούσε τον Παναγόπουλο. Θα τον θαύμαζε. Γιατί στην Ελλάδα δεν είναι εύκολο να κάνεις καριέρα χωρίς να δουλεύεις. Θέλει ταλέντο.
Ο Παναγόπουλος δεν είναι απλώς ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ. Είναι μνημείο. Και τα μνημεία, ως γνωστόν, δεν μετακινούνται. Τα μετακινούν μόνο οι εργαζόμενοι όταν θυμώνουν. Επειδή όμως ο ελληνικός λαός είναι ευγενικός, αφήνει τα μνημεία στη θέση τους και μετακινείται ο ίδιος προς την ανεργία.
Το ωραίο με τον Παναγόπουλο είναι ότι κατάφερε το ακατόρθωτο. Να είναι συνδικαλιστής χωρίς να ενοχλεί κανέναν. Ούτε τους εργοδότες, ούτε τις κυβερνήσεις, ούτε καν την πραγματικότητα. Και αυτό δεν είναι μικρό πράγμα.
Γιατί ο συνδικαλισμός στην Ελλάδα ξεκίνησε για να φοβίζει την εξουσία και κατέληξε να την καθησυχάζει. Σαν το σκυλί που αντί να δαγκώνει τον διαρρήκτη, του κρατάει το φανάρι.
Στην Ελλάδα υπάρχουν δύο ειδών εργαζόμενοι. Αυτοί που φοβούνται μην χάσουν τη δουλειά τους. Και αυτοί που δεν έφυγαν ποτέ από τη θέση τους. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει, χωρίς αμφιβολία, ο Γιάννης Παναγόπουλος.
Για τον απλό εργαζόμενο, η δουλειά είναι μια καθημερινή αγωνία. Ένα ξυπνητήρι που χτυπάει νωρίς, ένας μισθός που τελειώνει νωρίς, και μια ζωή που περιμένει πάντα κάτι καλύτερο. Για τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ, όμως, η εργασία έγινε κάτι διαφορετικό, έγινε καριέρα. Και μάλιστα, καριέρα χωρίς ημερομηνία λήξης.
Σαράντα χρόνια συνδικαλιστής. Σχεδόν είκοσι χρόνια πρόεδρος. Μια ολόκληρη ζωή μέσα στα γραφεία, στους διαδρόμους της εξουσίας, στα χαμόγελα των υπουργείων.
Γιατί εκεί είναι το μυστικό.
Ο συνδικαλισμός του δεν είχε τη μυρωδιά του δρόμου. Δεν είχε δακρυγόνα, δεν είχε πανό βρεγμένα από βροχή, δεν είχε φωνές βραχνιασμένες από απεργίες. Είχε κλιματισμό. Είχε συναντήσεις. Είχε «συνεργασίες».
Αυτό δεν το λένε οι εχθροί του μόνο. Το ομολόγησαν, σχεδόν με παράπονο, και οι ίδιοι οι συνδικαλιστές της ΔΑΚΕ. Εκείνοι που ανήκουν πολιτικά στη Νέα Δημοκρατία και που κάποτε συμπορεύτηκαν σιωπηλά, σήμερα μιλούν για μια σχέση στενή. Για έναν πρόεδρο που, ενώ τυπικά ανήκε στο ΠΑΣΟΚ, ουσιαστικά συνεργαζόταν αρμονικά με την κυβέρνηση.
Και κάπως έτσι, η μεγάλη σύγκρουση που περίμεναν οι εργαζόμενοι δεν ήρθε ποτέ.
Ήρθαν, αντί γι’ αυτήν, τα μνημόνια.
Οι μισθοί έπεσαν. Τα δικαιώματα μειώθηκαν. Οι ζωές στένεψαν.
Κι όμως, η συνομοσπονδία δεν έγινε φωτιά. Έγινε μαξιλάρι.
Ένα μαξιλάρι που απορροφούσε τους κραδασμούς, για να μην ενοχληθεί η εξουσία.
Ο ίδιος, στο μεταξύ, συνέχισε.
Με την άνεση εκείνου που ξέρει το σύστημα απ’ έξω και ανακατωτά.
Με την αυτοπεποίθηση εκείνου που δεν φοβάται τον χρόνο.
Γιατί ο χρόνος, αντί να τον φθείρει, τον στερέωσε.
Έφτασε σε μια ηλικία όπου οι περισσότεροι εργαζόμενοι έχουν ήδη αποχωρήσει. Εκείνος, όμως, παρέμεινε. Εκπροσωπώντας ανθρώπους που είχαν φύγει από την εργασία, ενώ ο ίδιος δεν έφευγε από την εκπροσώπηση.
Σαν να έγινε ο συνδικαλισμός όχι ρόλος, αλλά ιδιοκτησία.
Κι ύστερα ήρθαν οι αποκαλύψεις.
Βίλες. Πισίνες. Κέντρα κατάρτισης.
Διαδρομές χρήματος που δεν έμοιαζαν καθαρές.
Ο ίδιος απάντησε με απλότητα. Σχεδόν με αθωότητα.
Είπε πως η πισίνα ήταν «στέρνα». Είπε πως η ζωή του ήταν απλή.
Ίσως, με τον δικό του τρόπο, να έλεγε την αλήθεια.
Γιατί στην Ελλάδα, η εξουσία δεν μοιάζει ποτέ με αυτό που είναι. Μοιάζει πάντα με κάτι πιο ταπεινό. Σαν μια στέρνα. Που όμως είναι αρκετά βαθιά για να χωρέσει πολλά.
Οι σχέσεις του με υπουργούς, όπως ο Κωστής Χατζηδάκης, ο Γιάννης Βρούτσης και η Νίκη Κεραμέως, περιεγράφηκαν ως στενές. Όχι απαραίτητα παράνομες.
Αλλά σίγουρα πιο ζεστές απ’ όσο θα περίμενε ένας εργαζόμενος που περίμενε σύγκρουση.
Γιατί ο εργαζόμενος θέλει κάποιον να χτυπά το τραπέζι. Όχι κάποιον να κάθεται στο ίδιο τραπέζι.
Κι όμως, αυτό ήταν το μυστικό της εποχής. Δεν υπήρχαν εχθροί. Υπήρχαν εταίροι.
Η ΣΥΡΙΖΑ, το ΠΑΜΕ, η Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ — όλοι, με τον τρόπο τους, πέρασαν από το ίδιο δωμάτιο.
Και εκείνος ήταν πάντα εκεί.
Σταθερός. Αμετακίνητος.
Σαν έπιπλο.
Σαν θεσμός.
Σαν σύστημα.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη ιστορία του.
Όχι αν είναι ένοχος ή αθώος. Αυτό θα το δείξει η δικαιοσύνη.
Αλλά το πώς ένας άνθρωπος έγινε η εικόνα μιας ολόκληρης εποχής.
Μιας εποχής όπου ο συνδικαλισμός δεν ήταν κραυγή. Ήταν ισορροπία.
Όπου η σύγκρουση έγινε διαπραγμάτευση. Και η διαπραγμάτευση έγινε συνήθεια.
Σήμερα, καθώς το όνομά του βρίσκεται στο στόχαστρο, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι έκανε ο ίδιος. Είναι τι επέτρεψαν όλοι οι άλλοι.
Γιατί κανένας δεν μένει τόσα χρόνια στην κορυφή μόνος του.
Πάντα υπάρχουν χέρια που τον κρατούν. Και βλέμματα που κοιτούν αλλού.
Και ίσως, κάπου εκεί, να βρίσκεται η μεγαλύτερη ευθύνη.
Όχι στον άνθρωπο. Αλλά στην εποχή που τον χρειάστηκε.
Και όπως συμβαίνει πάντα στην Ελλάδα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης κυβερνά σήμερα μια χώρα που μοιάζει να αναγνωρίζει τον εαυτό της σε αυτή την ιστορία.
Γιατί, τελικά, ο Παναγόπουλος δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο. Είναι μια συνήθεια.
Και οι συνήθειες, σε αυτόν τον τόπο, πεθαίνουν δύσκολα.
Είναι η απόδειξη ότι στην Ελλάδα μπορείς να μείνεις για πάντα σε μια θέση, αρκεί να μην κάνεις τίποτα που να αναγκάζει τους άλλους να σε διώξουν.
Και αυτό είναι το μεγαλύτερο ταλέντο.
Γιατί, όπως θα έλεγε ο Ραφαηλίδης, στην Ελλάδα δεν σε κρατάνε επειδή είσαι χρήσιμος. Σε κρατάνε επειδή είσαι ακίνδυνος.











