Τα Κύθηρα, λόγω της σημαντικής από άποψης φυτογεωγραφίας θέσης τους, προσέλκυσαν το ενδιαφέρον των σύγχρονων βοτανικών και έτσι έχουμε δυο μεγάλα επιστημονικά έργα για τη χλωρίδα των Κυθήρων, από τους Werner Greuter & Karl Heinz Rechinger το 1967 και τον Αρτέμη Γιαννίτσαρο το 1969. Όμως αποσπασματικές πληροφορίες βρίσκουμε και σε εργασίες των Snogerup, Strid, Stork, Bothmer, Καμάρη, Persson, Φοίτου, Mathew, Krendl, Γεωργίου-Καραβατά, Tzanoudakis & al., Zimmer, Ρούτση, Routsi & Georgiadis, Ιατρού, Gölz & al., Artelari & Georgiou, Tan & Iatrou, Böhling & Scholtz, ενώ ο Γιαννίτσαρος δημοσίευσε δυο εργασίες με συμπληρώσεις στη χλωρίδα του νησιού το 1998 & . Επιπλέον, για το πρόγραμμα εργάστηκαν οι Π. Δημόπουλος, Σ. Ζερβού και Ι. Μπαζός.

Τέλος, το ο Arne Strid στο έργο του “Atlas of the Aegean Flora”, παρουσίασε όλη τη μέχρι τότε πληροφορία για τη χλωρίδα των Κυθήρων. Και αρκετοί Κυθήριοι όμως ή ευαισθητοποιημένοι επισκέπτες των Κυθήρων έχουν συμβάλει και αυτοί στη διεύρυνση των γνώσεών μας για τη χλωρίδα του νησιού. Για παράδειγμα δείγματα φυτών έχουν στείλει στον καθηγητή Α. Γιαννίτσαρο τα τελευταία χρόνια οι: Θ. Κομηνός, Μ. Σιάτρας, Ε. Καλίγερος, οι βιολόγοι Α. Μπατσιώκας, Ε. Βαλλιανάτου, Γ. Οικονόμου, Ι. Μπαζός, τα μέλη της Ε.Ε.Π.Φ. Μ. & Μ. Απέργη.

Πολύ σημαντική δουλειά για τα αρωματικά φυτά έχει κάνει ο τεχνολόγος γεωπονίας Θ. Εμ. Σάμιος με πτυχιακή εργασία. Ο ίδιος, μαζί με τη γεωπόνο Γ. Καλλίγερου, έχουν συμβάλει σημαντικά στην εξαιρετική έκδοση του Κυθηραϊκού Συνδέσμου Αθηνών «Στα μονοπάτια της μέλισσας. Στοιχεία κυθηραϊκής χλωρίδας», βασισμένη σε υλικό του γυμνασιάρχη Δ. Λεβέντη. Σημαντικότατη είναι και η συνεισφορά της καθηγήτριας Σ. Φατσέα, που έχει πρωτοστατήσει στην ίδρυση του Floracytherea.blogspot.com.

Τα Κύθηρα ανήκουν στο φυτογεωγραφικό διαμέρισμα της Πελοποννήσου, από την οποία «ξεκόλλησαν» κατά το Ανώτερο Πλειστόκαινο. Έχουν ωστόσο και κοινά χλωριδικά στοιχεία με την Κρήτη, εφόσον κάποτε υπήρχε «γέφυρα» προς τα εκεί αλλά και δικά τους ενδημικά φυτά, όχι πάρα πολλά, εφόσον ο διαχωρισμός από την Πελοπόννησο δεν είναι πολύ παλιός και το νησί δεν έχει ψηλά όρη.

Τι ξέρουμε μέχρι τώρα για τη χλωρίδα του νησιού; Περισσότερα από 830 αυτοφυή είδη, υποείδη και ποικιλίες φυτών απαντώνται στα Κύθηρα. Στο οροπέδιο μέσου υψόμετρου 300-350 που κυριαρχεί στο νησί, επικρατούν τα φρυγανικά είδη Sarcopoterium spinosum (αστοιβή), Phlomis fruticosa & Phlomis cretica (αγκαθαρέα, σφάκα, αλισπακιά, φλώμος κατά τους ντόπιους), Thymbra capitata (θυμάρι, θρούμπι), Cistus creticus & Cistus salviifolius (αγκίσαρος), Erica manipuliflora (ρείκι), Teucrium brevifolium (μαντραγκούρας), Helichrysum stoechas subsp. Barellieri (αγριοσεμπερβίβα), Salvia pomifera (φασκο- μηλιά,φασκομηλέα), Satureja thymbra (θρούμπι), Anthyllis hermanniae (αλογοθύμαρο), Genista acanthoclada (αχινοπόδα), Hypericum empetrifolium (φουδούρα, γουθούρα, βαλσαμίνο) – ένα από τα 4 βαλσαμόχορτα του νησιού, που κάποιοι θυμούνται ακόμη να χρησιμοποιούν με τη μορφή βαλσαμόλαδου).

Ανάμεσά τους φυτρώνουν σημαντικά ποώδη φυτά, κάποτε σε μεγάλους πληθυσμούς, όπως η μαργαριτούλα Bellis sylvestris. Συμπεριλαμβάνονται σε αυτά και πολλά γεώφυτα σαν την αγριογλαδιόλα Gladiolus italicus ή τα ορχεοειδή. Σε υγρότερες θέσεις και στα περιθώρια καλλιεργειών, ή και σε παρατημένες καλλιέργειες, βρίσκονται ψηλότεροι θάμνοι: Pistacia lentiscus (σχίνος, σχιναρέα), Quercus coccifera (πρίνος), Calicotome villosa (ασπάλαθος), Phillyrea latifolia (λιοπρίνι), Pistacia terebinthus (κοκκορεβιθιά, τσικουδιά), Myrtus communis (μυρτιά, μυρσίνη, μυρρίνη), ενώ σε κάποιες θέσεις, όπως γύρω από τον Λιμνιώνα ή την Παναγία Ορφανή κυριαρχεί ο Juniperus turbinata (αναφερόμενος ως τώρα ως J. phoenicea) – «κέδρος». Στα βόρεια συναντάμε και πολύ Arbutus unedo κν. κουμαριά, και χειμωνιάτικο ρείκι Erica arborea.

Στον Καραβά (βόρεια), στο Μυλοπόταμο και στα Μητάτα (κεντρικά) που υπάρχουν φυσικές πηγές, στις κατάφυτες ρεματιές κυριαρχεί ο Platanus orientalis (πλάτανος), μαζί με πικροδάφνες και λυγαριές (Nerium oleander, Vitex agnus-castus). Εκεί συναντάμε και το τράγιο Hypericum hircinum (κουδουνέα). Στις βραχώδεις ακτές βρίσκουμε διάφορα είδη αμάραντων (Limonium spp.) και το κρίταμο (Crithmum maritimum), ενώ στις αμμώδεις-αμμοχαλικώδεις παραλίες, συχνά θαυμάζουμε τον κρίνο της θάλασσας Pancratium maritimum, που χρήζει προστασίας, αλλά και τα αγκάθια της θάλασσας (Eryngium maritimum). Στους πολλούς γκρεμούς και στα βράχια του νησιού, που αποτελούν απομονωμένους οικοτόπους, βρίσκουμε αρκετά από τα σημαντικά φυτά που αναφέρονται παρακάτω, αλλά και την ξακουστή αιγαιακή σεμπερβίβα (Ηelichrysum orientale) τα άνθη της οποίας οι ντόπιοι επεξεργάζονται μοναδικά.

Συναντάμε διάσπαρτες και δενδρώδεις βαλανιδιές, αλλά και δάση με ευκάλυπτους και πεύκα που είναι φυτεμένα. Στο νησί ένα από τα συχνότερα ζιζάνια είναι η νοτιοαφρικανική Oxalis pescaprae (ξηνύθρα, ξυνοσαλάτα), ενώ στις άκρες των δρόμων έντονη είναι η παρουσία του Foeniculum vulgare (μάραθο).

Από τα κυθηραϊκά φυτά τουλάχιστον 60 είδη και υποείδη είναι ελληνικά ενδημικά. Και από αυτά 3 είδη και 3 υποείδη είναι τοπικά ενδημικά των Κυθήρων: Limonium aphroditae: σε κατηγορία κινδύνου EN (κινδυνεύον) στο δεύτερο Red Data Book των σπάνιων και απειλούμενων φυτών της Ελλάδας (2009) – έχει βρεθεί μόνο στα Λιμνάρια, ένα λιμανάκι κάτω από τη Μυρτιδιώτισσα, Polygala helenae: VU (τρωτό) στο πρώτο Red Data Book (1995), Limonium cythereum: VU στο RDB ( 2009), Campanula saxatilis subsp. cytherea (Καμπανούλα η βραχόβιος υποείδος των Κυθήρων), που φυτρώνει με άνεση ακόμη και στους τοίχους της Εθνικής Τράπεζας στη Χώρα, Centaurea redempta subsp. cytherea, που θα τη συναντήσει σίγουρα όποιος πάει στο Κάστρο της Χώρας, και Scutellaria rupestris subsp. cytherea, ένα ποώδες κομψότατο φυτό στους θαμνότοπους.

Σημαντικά από άποψη σπανιότητας και κινδύνου, είναι και άλλα φυτά των Κυθήρων, ελληνικά ενδημικά ή όχι. Να μερικά: Η ενδημική στα Κύθηρα και στην Κρήτη Centaurea argentea subsp. argentea, που φυτρώνει στα βράχια, εντάσσεται στα LC (χαμηλού κινδύνου) (RDB 2009) και προστατεύεται με το Π.Δ. 67/81, ενώ το ενδημικό Κυθήρων και ΝΑ Λακωνίας Teucrium francisci-werneri, που επίσης φυτρώνει στα βράχια, βρίσκεται σε κατηγορία κινδύνου R (σπάνιο) (RDB 1995). Το Colchicum zahnii, ενδημικό σε Κύθηρα, Μέθανα και από τους δυτικούς πρόποδες του Ταϋγέτου έως τη Χερσόνησο του Μαλέα, θεωρείται NT (σχεδόν απειλούμενο) (RDB 2009).

Ο κρίνος της Παναγίας (Lilium candidum), που δεν είμαστε σίγουροι ότι είναι ιθαγενής στο νησί ή αν έχει ξεφύγει από την καλλιέργεια, θεωρείται επίσης ΝΤ (RDB 2009). Το μικρό φυτό Bupleurum greuteri, που είναι ελληνικό ενδημικό (εξαπλώνεται στην Μάνη, τη χερσόνησο του Μαλέα και τα Κύθηρα), εντάσσεται στα VU (RDB 1995). Η ελληνική ενδημική Scorzonera crocifolia (σταρίθρα) προστατεύεται με το Π.Δ. 67/81 όπως τo ελληνικό ενδημικό μικρό αγριοκρέμμυδο Allium gomphrenoides και η Asperula taygetea, ενδημική του ΝΔ Αιγαίου, που φυτρώνει στα βράχια και θεωρείται σπάνια από το IUCN (1997). Η πανέμορφη Tulipa goulimyi, ενδημική σε Ν & ΝΑ Λακωνία, Κύθηρα, Αντικύθηρα και Δ Κρήτη, η οποία στα Κύθηρα λέγεται καστανιόλα (μάλλον εξαιτίας του τριχώματος που φέρει στο εσωτερικό του βολβού της), χαρακτηρίζεται ως VU (τρωτή) (RDB 1995) και προστατεύεται με το Π.Δ. 67/81, ενώ θεωρείται σημαντικό είδος από την ΕU. Την πρωτοβρήκε το 1954 ο δικηγόρος και ερασιτέχνης βοτανικός Κωνσταντίνος Γουλιμής (1886-1963). Ο μικρός χειμωνιάτικος αγριοπανσές Viola scorpiuroides επίσης προστατεύεται με το Π.Δ. 67/81 και περιλαμβάνεται στο RDB (1995). Και βέβαια προστατεύονται με τη συνθήκη CITES και το Π.Δ. 67/81 τα τουλάχιστον 26 είδη ορχεοειδών του νησιού.

Η ελληνική ενδημική Centaurea raphanina subsp. mixta (πετροκάλι, κακαράκι, αγκιναράκι), που θεωρείται φυτό με περιορισμένη εξάπλωση, λαχανεύεται στο νησί, όπως και αλλού στην Ελλάδα, όπου είναι γνωστότερη ως αλιβάρβαρο. Μαζεύουν και τρώνε και τους βολβούς από το Muscari comosum (βολβός, καλογέρι), όπως και τα βλαστάρια του αναρριχητικού ιπποκρατικού φυτού Tamus communis (αβρίνεοι) που οι ντόπιοι τα χρησιμοποιούν και ως φαρμακευτικά.

Πολλά πάντως από τα αυτοφυή φυτά του νησιού (μελισσοκομικά, αρωματικά, φαρμακευτικά, εδώδιμα) θα μπορούσαν να συμβάλλουν στη βιώσιμη ανάπτυξη των Κυθήρων. Αυτός ο πλούτος του νησιού επιβάλλεται να αξιοποιηθεί!

Βιβλιογραφία

Γιαννίτσαρος, Ἀ. (1969). Συμβολή εἰς τήν γνῶσιν τῆς χλωρίδος καί

βλαστήσεως τῶν Κυθήρων. Διατριβή ἐπί διδακτορίᾳ. Ἐθνικόν καί Κα-

ποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν. Ἀθήναι.

Greuter, W. & Rechinger, K.H. (1967). Flora der insel Kythera

gleichzeitig Beginn einer nomenklatorischen Überprüfung der

griechischen Gefässpflanzenarten. Boissiera 13. Genѐve. 

* Η Ειρήνη Βαλλιανάτου είναι Δρ. Βιολογίας, συστηματικός βοτανικός – φυτοκοινωνιολόγος.
Το κείμενο της Δρος Ειρήνης Βαλλιανάτου αναδημοσιεύεται από το περιοδικό «Η ΦΥΣΗ» της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ  (Τεύχος 160), που κυκλοφορεί με το αφιέρωμα:  «Το ταξίδι για την αναγέννηση των Κυθήρων»
ΠΗΓΗΕλληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ