Ο ελληνικός τουρισμός σπάει τα κοντέρ, τα δισεκατομμύρια εισρέουν στη χώρα και οι αφίξεις αυξάνονται. Μόνο που πίσω από τη λαμπερή βιτρίνα των τουριστικών ρεκόρ υπάρχει μια λιγότερο φωτογενής πραγματικότητα με χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις να παλεύουν να κρατηθούν όρθιες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις την περίοδο Ιανουαρίου/Αυγούστου 2026 έφτασαν τα 18,2 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 9,4% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Οι αφίξεις ανήλθαν σε 28,5 εκατομμύρια ταξιδιώτες, αυξημένες κατά 10%.
Αυτά είναι πράγματι σημαντικά μεγέθη. Το πρόβλημα,όμως αρχίζει όταν η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει τους συγκεκριμένους δείκτες ως απόδειξη ότι ολόκληρη η τουριστική οικονομία ευημερεί.
Γιατί η αύξηση των εισπράξεων στο οκτάμηνο προήλθε κυρίως από την αύξηση των αφίξεων, καθώς η μέση δαπάνη ανά ταξίδι παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη. Και τον Αύγουστο, μάλιστα, ενώ οι εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 6,5%, η μέση δαπάνη ανά ταξίδι μειώθηκε κατά 6,5%. Περισσότεροι επισκέπτες, λοιπόν, δεν σημαίνουν αυτομάτως μεγαλύτερη οικονομική απόδοση για κάθε επιχείρηση.
Ποιος καρπώνεται τελικά αυτή την ανάπτυξη;
Ο μικρός ξενοδόχος, ο ιδιοκτήτης ενοικιαζόμενων δωματίων, ο εστιάτορας, ο επαγγελματίας της νησιωτικής Ελλάδας βλέπουν τον τζίρο τους να συνοδεύεται από έναν ασφυκτικό κατάλογο υποχρεώσεων. Ενέργεια, τρόφιμα, πρώτες ύλες, μισθοδοσία, ασφαλιστικές εισφορές, ενοίκια, τραπεζικές προμήθειες και κόστος συναλλαγών απορροφούν σημαντικό μέρος των εσόδων.
Και ενώ οι επιχειρήσεις προσπαθούν να υπολογίσουν τι πραγματικά τους μένει στο τέλος της σεζόν, το φορολογικό σύστημα έρχεται να προσθέσει ένα ακόμη βάρος. Το τεκμαρτό σύστημα φορολόγησης επιβάλλει ελάχιστο φορολογητέο εισόδημα ακόμη και όταν τα πραγματικά οικονομικά αποτελέσματα δεν το επιβεβαιώνουν. Ο επαγγελματίας καλείται να πληρώσει φόρο για εισόδημα που ενδέχεται να μην έχει αποκτήσει.
Αυτή είναι η περίφημη αναπτυξιακή πολιτική της κυβέρνησης, να μετρά τις εισπράξεις, αλλά να αδιαφορεί για το καθαρό εισόδημα. Να διαφημίζει τις αφίξεις, αλλά να αφήνει τις μικρές επιχειρήσεις εκτεθειμένες στο κόστος, στον τραπεζικό δανεισμό και στη φορολογική επιβάρυνση.
Ο τουρισμός δεν μπορεί να αποτελεί προνόμιο των μεγάλων ομίλων και πεδίο εξάντλησης των μικρών επαγγελματιών. Χρειάζεται δίκαιη φορολόγηση, ουσιαστική στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, πρόσβαση σε χρηματοδότηση, έλεγχο της αγοράς και πολιτική περιορισμού του λειτουργικού κόστους.
Γιατί τα 18,2 δισεκατομμύρια είναι ένας εντυπωσιακός αριθμός. Δεν είναι, όμως, η απόδειξη ότι ευημερούν όσοι κρατούν ανοιχτά τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια και τις μικρές επιχειρήσεις της χώρας.
Όταν ο τουρισμός κάνει ρεκόρ και ο μικρομεσαίος μετράει τις ζημιές του, δεν έχουμε δίκαιη ανάπτυξη. Έχουμε ανάπτυξη για λίγους και λογαριασμό για τους πολλούς.
*H Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια.













