Η Ελλάδα του ρεμπέτικου, λαϊκού και ενός κόσμου συλλήβδην σκυλάδικου, υπάρχει είναι δίπλα μας και ζει στους δικούς της έντονους και πολλές φορές πρωτόγονους ρυθμούς στην ελληνική περιφέρεια, στον κάμπο, στις εθνικές οδούς, στους αφώτιστους χωματόδρομους. Η ταινία του Γιάννη Οικονομίδη έχει τις περισσότερες υποψηφιότητες στα Βραβεία Ίρις 2021 σε όλες τις σημαντικές δεκαπέντε κατηγορίες και αναμένουμε το αποτέλεσμα.

Το λαϊκό αστικό τραγούδι και το βαρύ ζεϊμπέκικο, ο μοναχικός ανδρικός χορός, σύντομα αντικατέστησαν την παραδοσιακή ομαδικότητα του δημοτικού άσματος με την ιστορική διάσταση παρούσα έως την Επανάσταση στα τραγούδια των Κλεφτών, ένα άσμα κυρίως λυρικό όπου τώρα η νέα γενιά συνηθίζει να επανέρχεται ως ένα ροκ στοιχείο της ελληνικότητας, αυτή είναι η δυναμική στη δημοτική μουσική ξανά σήμερα.

Από τα café aman της Μικρασίας και τα ρεμπέτικα στα σκυλάδικα της επαρχίας

Η νεοελληνική παραδοσιακή μουσική επαίρεται για το βυζαντινό παρελθόν της, δίχως άλλωστε να χάσει ποτέ τη βαλκανική ταυτότητα μιας παρωχημένης όρχησης, μουσικής δισημίας και της ιδιάζουσας φωνητικής της ελληνικής γλώσσας, χάριν στην οποία επιβίωσε διαχρονικά. Τα café aman της Μικρασίας και οι Έλληνες πρόσφυγες εισάγουν το αριστερό ρεμπέτικο και με τις ανατολικές μελωδίες στις δεκαετίες του 1950 και 1960, γέννησαν μαζί τη γνήσια λαϊκή διασκέδαση, όλα αυτά έως το 1967.

Ο πολιτισμικός δυισμός του underdog στη Μεταπολίτευση εμφανίζεται ενωμένος με τη δυτική παράδοση της νεωτερικότητας, όμως μετά τη δεύτερη άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, το διφυές περικόπτει την Ελλάδα από την πρόοδο. Η άνοδος του σκυλάδικου την ίδια περίοδο, για να καλυφθούνε βασικά κενά της ελληνικής δισκογραφίας, βγάζει επί σκηνής το ξεχασμένο ντέφι και το κλαρίνο από το μεταπολεμικό όσο δημοτικό μας παρελθόν. Η πατρότητα της σημασίας του «σκυλάδικου» πρέπει να αποδοθεί στον συγγραφέα – λαογράφο Ηλία Πετρόπουλο.

Ακολούθως, το ελληνικό σκυλάδικο με σκηνές από σωρούς σπασμένων πιάτων, αργότερα ραινόντων γαρυφάλλων, με μικροφωνισμούς κάθε απάτητης νότας και άδηλων χορευτικών ικανοτήτων μπαλέτων στο πιάτο, το άγριο σκυλάδικο έκανε επιθετική την εμφάνισή του για να διασπαστεί σε ελληνάδικα και κλαμπ, χωρίς σαφείς διαχωριστικές γραμμές, από τη στιγμή που οι Έλληνες τη δεκαετία του 1990 μάθαμε να λειτουργούμε με όρους εμπορικού, δημοσίως προβαλλόμενου και επωνύμως αναγνωρίσιμου ως lifestyle.

Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, ειδικότερα τα εντυπωσιακά περιοδικά που μας έκαναν περισσότερο Ευρωπαίους και η μικρή οθόνη ως μέσο νεορεαλισμού, οι σελίδες κάποιου άγνωστου εκδότη και η ιδιωτική τηλεόραση αναπαρήγαγαν το μαζικά εμπορεύσιμο ως ανώτερο ποιοτικό θέαμα, ανταλλάσσοντας με ένα μπροστινό τραπέζι τη συνέντευξη σε ένα σαλονάκι μιας πρωινής εκπομπής χαμηλής τηλεθέασης, αναγκαίας όμως για το γέμισμα του προγράμματος του σταθμού ή του φύλλου σε μηνιαία και καθημερινή βάση αναλόγως.

Από το «Σπιρτόκουτο» άναψε η φωτιά και η «Μπαλάντα» τα έκανε όλα στάχτη

Είκοσι χρόνια μετά το θρυλικό «Σπιρτόκουτο», την πρώτη ταινία που μας τάραξε αρχικά επιδεικνύοντάς μας τον κοινωνικά αποκλεισμένο εαυτό μας, η νέα κινηματογραφική ταινία του Γιάννη Οικονομίδη αισιοδοξεί να μας κάνει καλύτερους ανθρώπους.

Ο Μάνος Ζαφειρόπουλος – ο κεντρικός ήρωας που τον υποδύεται ο Βασίλης Μπισμπίκης- είναι ένας πρώην διάσημος τραγουδιστής και νυν αποτυχημένος ιδιοκτήτης νυχτερινού κέντρου στη Λαμία ο οποίος συνάπτει μοιραία σχέση με τη σύζυγο μεγάλου επιχειρηματία της πόλης. Η πρωταγωνίστρια, που την υποδύεται η γνώριμη από την προηγούμενη ταινία του Οικονομίδη, Βίκυ Παπαδοπούλου ως Όλγα, όταν τελικώς εγκαταλείπει τον πλούσιο σύζυγό της τον Ηρακλή Σκυλογιάννη (αυτός είναι ο μόνος υπαινιγμός στον επαρχιακό κώδικα του σκυλάδικου), – στο ρόλο του απατημένου συζύγου ο άριστος Γιάννης Τσορτέκης – η σύζυγός του Όλγα κλέβει από το χρηματοκιβώτιο του σπιτιού τους ένα εκατομμύριο ευρώ, ποσό μυθικό, είτε ευρισκόμενοι σε κρίση, είτε όχι. Φυσικά αναμενόμενο, ο ζάμπλουτος επιχειρηματίας να τους κυνηγήσει όχι για να σώσει τη σχέση, αλλά για να πάρει πίσω το χρήμα.

Η ελληνική οικογένεια, αγία και ενωμένη

Αυτή είναι η μελωδία από την μπαλάντα της επαρχιακής νύχτας και του πραγματικού έρωτα μέσα σε επαγγελματικές δυσχέρειες και κρίση. Εκτός της οικονομικής μέγγενης, οι σεναριογράφοι της εξαιρετικής ταινίας Χάρης Λαγκούσης, Γιάννης Οικονομίδης και Δημοσθένης Παπαμάρκος θίγουν το μέγα θέμα της ελληνικής οικογένειας. Οι μητέρες που συνηγορούν σε εγκλήματα, οι κόρες που δεν ακούν ποτέ τον πατέρα τους και οι γυναίκες – σύζυγοι που απιστούν σε μια στερεοτυπική αντίληψη για την Ελλάδα, την κάτω από τ’ αυλάκι (η Όλγα είναι από την Πάτρα). Το επίκεντρο είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης εντός της μεταμοντέρνας δομής της οικογένειας.

Ο ελληνισμός μπορεί να διατηρήθηκε επί αιώνες πάνω σε σταθερά μορφώματα (πατρίς, θρησκεία, οικογένεια), ωστόσο η τριπλέτα έχει πλέον αλλάξει: η πατρίδα έχει γίνει αφιλόξενη, η θρησκεία μετασχηματίζεται συχνά σε επαγγελματική συνθήκη και η οικογένεια είναι απλώς παραδόπιστη! Το κράτος βουλιάζει όχι μονάχα από το συνεχόμενο εξωτερικό δανεισμό, αλλά και εξ’ αιτίας της εσωτερικής διαφθοράς, όπως φαίνεται στην κινηματογραφική ταινία. Κι όπως συνήθως συμβαίνει, ο κλέφτης δεν παθαίνει ποτέ τίποτε. Οι δημιουργοί δεν μεταγράφουν απλώς το μύθο της «Ωραίας Κοιμωμένης», ούτε ακουμπάνε στα ευρωπαϊκά ιπποτικά μυθιστορήματα του Μεσαίωνα, γιατί δεν έχουμε φαντασιακό παραμύθι εντέλει, αλλά ωμό ρεαλισμό. Η ταινία δεν τελειώνει με γάμο αφού πρόκειται για μαύρη κωμωδία.

Όποιος τη Νύχτα Περπατεί: η λαϊκή Μούσα στη λογοτεχνία και στον κινηματογράφο

Πρώτος ο Θάνος Αλεξανδρής με το εμβληματικό βιβλίο «Αυτή η Νύχτα Μένει» (Περίπλους 20172, Πανός 1994) έδωσε το πρώτο καθαρόαιμο έργο για το σκυλάδικο στην ελληνική κοινωνική ανθρωπολογία εκ των έσω, αλλά τώρα επιστρέφοντας με το νέο βιβλίο του ο Θάνος Αλεξανδρής «Του Οσίου Αλμοδοβάρ ανήμερα» (Κέδρος 2021) κλείνει τον κύκλο της νύχτας και του βαριετέ σε λαϊκά προγράμματα στα λαϊκότατα μαγαζιά της επαρχίας. Στο τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, η διατριβή της Λιόπης Αμπατζή «Ποτό για Παρέα» (Κέδρος 2009) αναδεικνύει την κονσομασιόν ως τη σεξουαλική διασκέδαση της νέας εποχής στα μπαράκια.

Με τη Μεταπολίτευση, το πολιτικό περιεχόμενο εντοπίζεται στις συναυλίες και στις μπουάτ της Πλάκας, ενώ το επικοινωνιακό τσιφτετέλι επιστρέφει δυναμικά για να κάνει τη δική του αντεπανάσταση στις μεγάλες πίστες, σύμφωνα με το Διονύση Χαριτόπουλο στο πρόσφατο βιβλίο του «Έρωτες στη Μεταπολίτευση» (Τόπος 2019).

Η ταινία ωστόσο που σημάδεψε τη λαϊκή συνείδηση ως το απόλυτο σύμβολο του αδόμενου επαρχιωτισμού σε σενάριο του συγγραφέα Θάνου Αλεξανδρή με το σκηνοθέτη Νίκο Παναγιωτόπουλο «Αυτή η Νύχτα Μένει» (1999), παραμένει το ορόσημο της τελευταίας κινηματογραφικής περιόδου από το 1995 έως το πανδημικό 2020. Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος επανερχόμενος στη μαινόμενη νύχτα με την εξαιρετική ταινία «Βαρέθηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου» (2002) μας υπογραμμίζει πως η Αθήνα δεν υπολείπεται της ελληνική επαρχίας σε ζητήματα νύχτας και πως το περιτύλιγμα είναι πάντοτε το τραγούδι.

Το καλλιτεχνικό φαίνεσθαι κάθε μορφής στη νυχτερινή Αθήνα σε illustration εκδοχή μαζί με τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης να γίνονται μία ομάδα ανερχόμενων αστέρων αοιδών αναπτύσσει ο Αλέξης Καρδαράς στην έξοχη ταινία «Φαντασία» (2019)  όπου το τραγούδι έγινε το όχημα να αφηγηθεί ο δημιουργός μια εποχή, αυτή της δεκαετίας του 1990, όταν η κοινωνική γκλαμουριά σήμαινε εξώφυλλα, αναγνωσιμότητα και παράνομους ή έστω κρυφούς έρωτες.

Σε όλες τις ταινίες το πρόβλημα πίσω από το παραπέτασμα είναι η διαλυμένη οικογένεια ή η προσπάθεια για μια ευτυχισμένη οικογενειακή δομή. Τέσσερα βιβλία και οι ισάριθμες ελληνικές ταινίες, μαζί με την «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς», οι δημιουργοί επισημαίνουν αυτό που εμείς ως νεοέλληνες γνωρίζουμε εμπειρικά ότι σε λαϊκές πίστες, σκοτεινά μπαράκια και επαρχιακά μπουζουξίδικα χαμένα στον κάμπο, το τρίπτυχο νύχτα, σεξ και καψούρα πάνε μαζί σε μία Ελλάδα που μάχεται να ορθοποδήσει και ταυτόχρονα να πείσει γι’ αυτό την Ευρώπη.

Όταν ο Ηλίας έριξε το «Βιετνάμ»

Προηγουμένως, στον ελληνικό κινηματογράφο, η σημαντική ταινία «Όλα είναι δρόμος» από τον Παντελή Βούλγαρη (1998), σε τρεις ενότητες αναλύει τη σύγχρονη Ελλάδα: αρχαία μνημεία και ελληνική ιστορία, επισφαλή σύνορα και φυσικό τοπίο, οικογένεια και απιστία με επίκεντρο τη μουσική, το χορό και φυσικά το τραγούδι. Σε κάθε ενότητα της ταινίας «Όλα είναι δρόμος» το λαϊκό τραγούδι ενώνει τις τρεις ιστορίες, στην πρώτη με το δημοτικό λαϊκό χορό το Πάσχα, στη δεύτερη ο ήρωας χορεύει με την παραδοσιακή Γκάιντα και στη θεαματική τρίτη ιστορία το επαρχιακό σκυλάδικο γίνεται «Βιετνάμ».

Ο Παντελής Βούλγαρης αναδεικνύει τη θεραπευτική ιδιότητα του ελληνικού λαϊκού χώρου στην τελευταία ιστορία, όταν ο πλούσιος εγκαταλειμμένος σύζυγος κλαίγοντας την απουσία των παιδιών του πια από την καθημερινότητα του πηγαίνει σε μπουζούκια αμφίβολης ποιότητας. Ο ίδιος άνθρωπος σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα θα έκανε πιθανότατα μία απλή επίσκεψη στον ψυχολόγο της γειτονιάς.

Τα βραβεία χορεύουν σε ρυθμούς «Μπαλάντας»

Η ταινία «Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς» γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στη Λαμία, ενώ αρχικά είχε επιλεγεί η Θεσσαλονίκη, μια πόλη με παράδοση στο ρεμπέτικο και αργότερα στο λαϊκό αστικό τραγούδι. Ωστόσο, η επιλογή νοτιότερα πετυχαίνει την απόδοση της νοσηρότητας της νύχτας αντίθετα με την ηρεμία της ημέρας. Τα ωραία πλάνα από τον Σπερχειό ποταμό σε αντίστιξη με την ξεραΐλα του κάμπου, αντανακλούν τη διπλή προβληματική της συγκεκριμένης περιοχής της χώρας: η αγροτική ζωή που χάθηκε με τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, ώστε να σταματήσει κάθε καλλιέργεια στον άλλοτε πυκνόφυτο κάμπο με βαμβάκι και καπνό, κι αργότερα η υπερεπένδυση των απελπισμένων κατοίκων στη νυχτερινή διασκέδαση του ευκόλως εφικτού, όχι μονάχα στην πόλη της Λαμίας, αλλά και στις όμορες κωμοπόλεις (Μακρακώμη κλπ). Τραγουδιστές, όπως και αγρότες, σε ένα βράδυ έγιναν επιχειρηματίες χωρίς αυτό να συνεπάγεται αντίστοιχη γνώση, άρα ούτε επιτυχία.

Ο ήρωας Μάνος Ζαφειρόπουλος απομακρύνει το θεατή από το ιδεατό της μουσικής βιομηχανίας αποκαλύπτοντας το εσωτερικό μιας συστηματοποιημένης παθογένειας. Η παράδοση της οικονομίας της ελληνικής επαρχίας στη νύχτα έχει ταλαιπωρήσει τους ντόπιους και τώρα η ύπαιθρος είναι σε ένα μεταίχμιο. Πρόκειται για την περισσότερο ξεχασμένη ελληνική επαρχία, χωρίς καμία σχεδόν εισροή τουριστών, συνεπώς οι παραδοσιακές μορφές στήριξης της τοπικής οικονομίας δεν αρκούνε πλέον στην καπιταλιστική ενωμένη Ευρώπη.

Η «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς» είναι η πιο ώριμη στιγμή ενός μεγάλου σκηνοθέτη και, εκτιμάμε, η πιο ενδιαφέρουσα. Η ταινία αντιμάχεται το Greek Trash μετωπικά και στη μάχη αυτή χρησιμοποιεί όλα τα όπλα του αντιπάλου. Οι δημιουργοί μετέρχονται βία, ένταση, βαθύ σεξισμό, απρεπή λόγο, αυτή τη φορά χωρίς υπερβολές, με γεμάτες σκηνές διαλόγου, παράλληλα στηλιτεύοντας τα κακώς κείμενα της αγίας ελληνικής οικογένειας και τον κλειστοφοβικό τρόπο ζωής της μικροαστικής επαρχίας μέσα σε live stages, όπως ο «Κροκόδειλος», γεμάτα από ψεύτικες υποσχέσεις.

Η κύρια δομή βασίζεται σε ένα δίπτυχο κοινωνικής κριτικής για την υποκουλτούρα της νύχτας, ενώ η Μαύρη Κωμωδία αρχίζει από τη μέση έως το τέλος της ταινίας. Όπως με όλες τις ταινίες του Κύπριου σκηνοθέτη, η ωραία τέχνη που γεννά ο αναρχικός κινηματογράφος έγινε ένας αρχετυπικός κανόνας. Με τις περισσότερες φετινές υποψηφιότητες στα Βραβεία ΊΡΙΣ 2021 σε όλες τις σημαντικές δεκαπέντε κατηγορίες Καλύτερης Ταινίας Μυθοπλασίας, Σκηνοθεσίας, Σεναρίου, Α΄ και Β΄ Γυναικείων και Ανδρικών Ρόλων, Φωτογραφίας, Μοντάζ, Μουσικής, Σκηνογραφίας, Ενδυματολογίας, Ήχου, Μακιγιάζ και Ειδικών/Οπτικών Εφφέ, οι πολύπειροι κινηματογραφιστές στην Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου αποδεικνύουνε πως με τόσες παρουσίες ο Γιάννης Οικονομίδης είναι ο απόλυτος Έλληνας auteur στον 21ο αιώνα.

Η ταινία θα είναι διαθέσιμη Online έως 18/5 στο ERTflix

Της Γεωργίας Τσατσάνη

Σχολιάστε!