mia-thalassia-peripeteia-sta-omorfa-kythira

Για εμένα, καλοκαίρι σημαίνει ξεγνοιασιά, διασκέδαση, βόλτες, αλλά κυρίως περιπέτεια. Είμαι πολύ τυχερή γιατί όλα τα καλοκαίρια μου στην Ελλάδα ήταν πολύ περιπετειώδη.

Ο μπαμπάς μου, ή Man, όπως τον αποκαλούσα όταν ήμουν μικρή, φρόντιζε κάθε καλοκαίρι να μας πηγαίνει και σε μια διαφορετική γωνιά της πατρίδας μας και μπορώ να πω πως μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία κατάφερα να πάρω μια καλή γεύση της σπάνιας και μοναδικής ομορφιάς της που κρατώ μέσα μου σαν θησαυρό.

Κάθε τόσο, όταν με πιάνει η νοσταλγία της ξενιτιάς και με μαγεύει το φεγγάρι, «ξεκλειδώνω» το σεντούκι της ψυχής και ανασύρω ένα – ένα τα διαμάντια των αναμνήσεών μου.

Μπάνια στον ποταμό Βοϊδομάτη, βραδινές βόλτες στην Πάργα, γλέντια σε ταβερνάκια στην Ζάκυνθο. Όμορφες, ξέγνοιαστες στιγμές κάτω από τον Μεσογειακό ήλιο, γεμάτες μουσικές που δένονται με τις φωνές του κόσμου δημιουργώντας μια ηλεκτρική ατμόσφαιρα που δεν έχει σύγκριση.

Μια από τις πιο έντονες αναμνήσεις μου από καλοκαίρι στην Ελλάδα, είναι όταν ήμουν 9 χρονών και είχαμε πάει διακοπές στα Κύθηρα. Ήταν μέσα στην καρδιά του Ιουλίου και είχε πολλή ζέστη, θυμάμαι. Με το που ξυπνήσαμε κατεβήκαμε στην παραλία.

Ενθουσιασμένη εγώ, με τη μάσκα και τον αναπνευστήρα να εξερευνήσω τον βυθό… τρομάρα μου. Φτάνουμε, λοιπόν, και κατευθείαν βουτάω στα καταγάλανα νερά, με τον « Man» πλάι μου -μάλλον φοβόταν ότι θα πνιγώ– να κολυμπάμε προς τα άπατα.

Το νερό ήταν σκέτη απόλαυση. Κι αυτή η μαγική ησυχία κάτω από την επιφάνειά του που σε κάνει να αισθάνεσαι ως ο απόλυτος κυρίαρχος του βυθού. Νόμιζα ότι βρίσκομαι σε υδρόβιο παράδεισο.

Θυμάμαι με πόση έκσταση παρατηρούσα και θαύμαζα τα φύκια και τα μικρά πολύχρωμα ψαράκια που έβλεπα, ώσπου ξάφνου, με την άκρη του ματιού μου αντιλήφθηκα κάτι να πλησιάζει προς το μέρος μου.

Γυρίζω το κεφάλι μου και αυτό που αντίκρισα μου φαίνεται ακόμη σαν όνειρο. Μια πελώρια χελώνα καρέτα-καρέτα κινούνταν –έτσι μου φάνηκε τότε– πλησιάζοντας επικίνδυνα προς το μέρος μου. Ήταν καταπράσινη και πολύ πιο μεγάλη από τις πάνινες απομιμήσεις της που στόλιζαν το κρεβάτι μου και από όσα ήξερα. Τελικά, είναι αλήθεια ότι δεν σου τα μαθαίνουν όλα στο σχολείο…

Παγώνω. Θεέ μου, σκέφτομαι, τι κάνω τώρα; Πραγματικά νόμιζα ότι θα με φάει. Την κοιτάω, με κοιτάει και την κρίσιμη στιγμή κλείνω σφιχτά τα μάτια μου για να μην δω το «τέλος» που ήμουν σίγουρη ότι ερχόταν.

Πέρασαν κάμποσες στιγμές χωρίς τίποτα μοιραίο να συμβεί. Ανοίγω τα μάτια και αντιλαμβάνομαι ότι η τεράστια καρέτα – καρέτα περνάει από κάτω μου και συνεχίζει αμέριμνη την περιπλάνησή της.

Κοιτώ προς τη μεριά του «Survivor Man» και διαπιστώνω ότι εκείνος συνέχιζε να κολυμπάει δίπλα μου ανίδεος.

Ξαφνικά, σα να με χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, συνειδητοποιώ τι έχει συμβεί και αρχίζω να κολυμπάω όσο πιο γρήγορα μπορώ, χτυπώντας χέρια και πόδια στο νερό με μανία, κατευθυνόμενη προς την ασφάλεια της στεριάς ουρλιάζοντας: «ΘΑ ΜΕ ΦΑΕΙ!».

Βγαίνω τρέχοντας πανικόβλητη και αρχίζω να εξιστορώ την εμπειρία μου στην μητέρα μου και την 5χρονη αδερφή μου η οποία με κοίταζε με τα μάτια γουρλωμένα λες και της είχα πει ότι είδα . Ο πατέρας μου, βγαίνει αναστατωμένος από το νερό και με ρωτάει τι έγινε.

Του λέω από την αρχή και με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια την ιστορία, αλλά δεν φάνηκε να πιστεύει λέξη από αυτά που του έλεγα. «Κάποια σακούλα θα είδες, βρε καρδούλες», μου λέει χαμογελώντας καθησυχαστικά κλείνοντας το μάτι στη μητέρα μου με νόημα.

Εκνευρισμένη εγώ, ευχόμουν να έβγαινε η χελώνα έξω και να ερχόταν να τους φάει, μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσει τη μαρτυρία μου. «Οι σακούλες δεν έχουν μάτια, ούτε χέρια και πόδια» πέταξα και κάθισα στην πετσέτα μου, μες στα νεύρα.

Ορκίστηκα να τους τιμωρήσω με την σιωπή μου για το υπόλοιπο της ημέρας ενώ αναλογιζόμουν ξαπλωμένη κάτω από τον καυτό ήλιο του Ιουλίου πού στο καλό βρέθηκε η καρέτα–καρέτα που είναι είδος υπό εξαφάνιση –όπως μας είχε πει ξεκάθαρα η δασκάλα– στην παραλία στα Κύθηρα. Και όχι μόνο μου χάλασε το μπάνιο, αλλά κανένας δεν με πίστευε.

Κι αφού δεν με πίστευαν οι δικοί μου –εκτός από την αδερφή μου που δεν πιάνεται- πόσο μάλλον οι φίλοι μου.

«Κοίτα να δεις. Να συναντήσω καρέτα–καρέτα και να μην μπορώ να το πω πουθενά», σκεφτόμουν.

Το θλιβερό συλλογισμό μου διακόπτουν ξαφνικά άγνωστες ανδρικές φωνές. Σηκώνω το κεφάλι και βλέπω δυο δύτες να βγαίνουν έξω από το νερό, συζητώντας τι είχαν δει μόλις πριν από λίγο: μια χελώνα καρέτα-καρέτα…

Αυτόματα, γυρνάω και κοιτάω –και για να ακριβολογώ «καρφώνω» με το βλέμμα μου- τον «Survivor Man». Εκείνος, δεν είπε τίποτα. Μου άπλωσε το χέρι και μου είπε με κάπως απολογητικό ύφος: «έλα καρδούλες, πάμε πάλι στο νερό να δούμε μήπως την πετύχουμε να κολυμπά εδώ γύρω».

Ενθουσιασμένη και προπαντός δικαιωμένη, άρπαξα το χέρι του και φώναξα: «ναι, πάμε για μια θαλάσσια περιπέτεια».

 

ΠΗΓΗneoskosmos.com

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

three × 4 =