Recording a new podcast interview with CEOs and Founders of successful online businesses, Scale or Die. This show recently hit Apple's New and Noteworthy for business and technology categories. Watch or listen to the most recent episodes at useproof.com/scaleordie.
Photo by Austin Distel on Unsplash

«Είμαι από τη φύση μου έμπορος λέξεων. Και οι λέξεις, βέβαια, είναι το πιο ισχυρό ναρκωτικό που χρησιμοποιείται από την ανθρωπότητα». Το είπε ο Νομπελίστας Βρετανός συγγραφέας Rudyard Kipling (1865-1936).

Το θυμήθηκα βλέποντας την σειρά του NETFLIX «The Crown». Ένας ρεπόρτερ του BBC χρησιμοποιώντας παραπλανητικές μεθόδους και πλαστά έγγραφα, πείθει την πριγκίπισσα Νταϊάνα (ήταν ήδη σε διάσταση με τον διάδοχο τότε Κάρολο, δεν είχε εκδοθεί το διαζύγιο όμως) να δώσει αποκλειστική συνέντευξη στο δημόσιο βρετανικό τηλεοπτικό δίκτυο για να πει την δική της εκδοχή για τα όσα είχε βιώσει στο παλάτι. Η συνέντευξη ήταν ένα έντονο ράπισμα στην υποκρισία του παλατιού και στα όσα κρύβονται πίσω από την «εμπορία λέξεων» και τις δημόσιες σχέσεις ενός πανίσχυρου θεσμού.

Το πρόβλημα μετεφέρθη στον τότε διευθύνοντα σύμβουλο του BBC ο οποίος έπρεπε να αποφασίσει αν θα μεταδοθεί η συνέντευξη. Γνώριζε ότι η συνέντευξη «έβαλε ευθέως» κατά του πανίσχυρου θεσμού της μοναρχίας (αλλά και προσωπικά κατά της βασίλισσας Ελισάβετ και του διαδόχου Καρόλου) και ότι ο πρόεδρος του BBC ήταν αντίθετος με την μετάδοση της. Αποφάσισε να τη μεταδώσει πιστεύοντας ότι αυτό ήταν το δημοσιογραφικά σωστό. Η συνέντευξη προκάλεσε παγκόσμια αίσθηση, ενώ το κύρος του BBC ενισχύθηκε περαιτέρω σε ότι αφορά την ανεξαρτησία του. (Αν θέλετε να κάνετε συγκρίσεις, σκεφτείτε αν θα τολμούσε ποτέ η ΕΡΤ να μεταδώσει ρεπορτάζ που στρέφεται κατά του πρωθυπουργού ή της οικογένειας του)…

Λίγα χρόνια αργότερα, στις 4 Φεβρουαρίου του 2003, ο τότε ηγέτης του Ιράκ Σανταμ Χουσεΐν έδινε συνέντευξη στο Chanel Four της βρετανικής τηλεόρασης και τον παλαίμαχο κοινοβουλευτικό Τόνι Μπεν (ηγέτη της αριστερής πτέρυγας των Εργατικών). Υποστήριζε ότι δεν είχε όπλα μαζικής καταστροφής, ούτε ότι συνεργαζόταν με την Αλ Καϊντα. Πάλι υπήρξαν αντιδράσεις, πάλι η συνέντευξη μεταδόθηκε κανονικά… Στις 20 Μαρτίου 2003 η Βρετανία μαζί με ΗΠΑ και άλλους συμμάχους ξεκινούσε την στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράκ. Το BBC είχε δώσει τη δυνατότητα στον «εχθρό» Σαντάμ Χουσεΐν να πει την δική του εκδοχή δημοσίως… Μετά από χρόνια αποδείχθηκε ότι όντως το Ιράκ δεν κατείχε όπλα μαζικής καταστροφής!

Γιατί τα γράφω αυτά; Διότι στην Ελλάδα «ξαναφούντωσε» η συζήτηση για το αν πρέπει να μεταδίδονται ειδήσεις οι οποίες «βλάπτουν» την εικόνα της κυβέρνησης διεθνώς, ανεξαρτήτως από το αν είναι αληθείς ή όχι! Συζητείται επίσης αν τα «προϊόντα» των παράνομων παρακολουθήσεων επιτρέπεται να «αξιοποιούνται» δημοσιογραφικά εφόσον αφορούν θέματα δημοκρατίας. Επίσης αν οι δημοσιογράφοι που τα κατέχουν πρέπει να συλλαμβάνονται και να φυλακίζονται.

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: Δουλειά του δημοσιογράφου είναι να ελέγχει την εξουσία, όχι να τη γλύφει, όχι να λειτουργεί σαν «γραφείο τύπου» της, όχι να «παίρνει την είδηση στο μαξιλάρι του» (όπως είχε πει η ευρωβουλευτής της ΝΔ Μαρία Σπυράκη)… Ορισμένες φορές ο δημοσιογράφος βρίσκεται μπροστά σε διλήμματα: Πρέπει να χρησιμοποιήσει μια σημαντική πληροφορία η οποία αφορά το δημόσιο συμφέρον, αλλά μπορεί να έχει αποκτηθεί με μεθόδους που είναι αμφιλεγόμενες; Οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες, ούτε είναι «άσπρο-μαύρο». Βεβαίως πρέπει να τηρηθεί η νομιμότητα, πάντα όμως υπάρχει τρόπος να γίνει γνωστή μια ιστορία που αφορά την κοινωνία, πολύ περισσότερο όταν απειλείται η δημοκρατία και θεμελιώδη συμφέροντα όλων μας.

Η δημοκρατία «δυτικού τύπου» είναι δεδομένο ότι προστατεύει με πολλούς τρόπους τα στελέχη της. Έχει όμως και όρια και θεσμούς προστασίας της. Στις ΗΠΑ για παράδειγμα, το σκάνδαλο του Watergate ξεκίνησε με τη σύλληψη πέντε ανδρών για τη διάρρηξη της έδρας της Εθνικής Επιτροπής των Δημοκρατικών το Σάββατο 17 Ιουνίου 1972. Το σκάνδαλο οδήγησε στην ανακάλυψη καταχρήσεων εξουσίας από τα μέλη της κυβέρνησης του Νίξον, την έναρξη διαδικασίας καθαίρεσης εναντίον του προέδρου που τελικά οδήγησε στην παραίτηση του Νίξον από την προεδρία των ΗΠΑ στις 9 Αυγούστου 1974 (μετά από 2,5 χρόνια)… Λόγω του σκανδάλου παραπέμφθηκαν σε δίκη 69 άτομα, από τους οποίους 48 βρέθηκαν ένοχοι. Πολλοί από τους κατηγορούμενους ήταν κορυφαίοι αξιωματούχοι της προεδρίας! Κεντρικό ρόλο στην αποκάλυψη της υπόθεσης είχε η εφημερίδα Washington Post και ειδικότερα οι δημοσιογράφοι Καρλ Μπέρνσταϊν και Μπομπ Γούντγουορντ οι οποίοι με σειρά ρεπορτάζ αποκάλυπταν όλο και περισσότερες πτυχές του σκανδάλου…
Στις ΗΠΑ η τήρηση κανόνων δημοκρατίας ήταν πάνω από και από τα σημαντικότερα πρόσωπα. Οι δημοσιογράφοι προστατεύθηκαν και βραβεύτηκαν για τη συνεισφορά τους.

Στη Μεγάλη Βρετανία το BBC έχει κερδίσει το δικαίωμα να θέτει την σωστή ενημέρωση των πολιτών πάνω από εφήμερες πολιτικές.

Στην Ελλάδα όποιος αποκαλύπτει ατασθαλίες, παρανομίες ή ακόμη και αβλεψίες «ισχυρών προσώπων» πρέπει να αποδείξει ότι «δεν είναι ελέφαντας», πρέπει αυτός να αποδείξει ότι δεν έχει άλλα κίνητρα, κινδυνεύει να συλληφθεί, πολλές φορές χάνει τη δουλειά του ή υποβαθμίζεται.

Έτσι κατρακυλήσαμε στη θέση 108 παγκοσμίως στην ελευθερία του Τύπου, γι’αυτό υπάρχει ανυποληψία σήμερα για τους δημοσιογράφους (αναφέρομαι στη «μεγάλη εικόνα» που έχουν για εμάς οι πολίτες, όχι στις εξαιρέσεις), γι αυτό πωλούνται όλο και λιγότερες εφημερίδες ενώ η νεολαία δεν βλέπει ειδήσεις στη τηλεόραση…

Η ιστορία γράφεται μια φορά, αλλά διαβάζεται πολλές και με διαφορετικούς τρόπους. Η ιστορία της δημοσιογραφίας στη χώρα μας γράφεται καθημερινά. Αυτή την περίοδο παίζεται η αξιοπιστία μας. Θα την αποκαταστήσουμε ή θα μας αξιολογούν ως «εμπόρους λέξεων»; Οι δημοσιογράφοι θα είμαστε αμείλικτοι με την «κάθε Πισπιρίγκου» και «κότες» μπροστά στους ισχυρούς;

Δημιουργός του άρθρου:

Δημοσιογράφος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ