anemogenitries

Μπορεί σήμερα να παρουσιάζεται ότι η κλιματική αλλαγή έχει ανάγκη τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, αλλά το ιστορικό της πολιτικής της Ευρώπης για ευρεία χρήση τους, αποδεικνύει ότι ήταν τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας που είχαν την ανάγκη εργαλειοποίησης της κλιματικής αλλαγής. Αυτό προκύπτει από την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων «Προς μια Ευρωπαϊκή στρατηγική για την ασφάλεια του εφοδιασμού» (2000), όπου καταγράφεται ότι το πρόβλημα αύξησης των διεθνών τιμών του πετρελαίου που προκαλούσε η αύξηση της ζήτησης στις αναπτυσσόμενες χώρες, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί «εφόσον καταβληθούν προσπάθειες σε διεθνές επίπεδο για την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και την ενεργειακή αποτελεσματικότητα, για παράδειγμα στο πλαίσιο της καταπολέμησης της αλλαγής του κλίματος.»!

Μείζον ζήτημα η ενεργειακή εξάρτηση

Το κείμενο αυτό είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, γιατί αποτυπώνει τις προτεραιότητες της Ευρώπης στη διαμόρφωση της ενεργειακής της πολιτικής. Εξετάζει την ιστορική εξέλιξη όλων των ενεργειακών πηγών, το γεωπολιτικό τοπίο και τα όρια που αυτό θέτει και βέβαια, το πλαίσιο ανάπτυξης μιας «απελευθερωμένης» εσωτερικής αγοράς ενέργειας.

Ξεκινάει δηλώνοντας: «Η παρούσα Πράσινη Βίβλος προέκυψε ως αποτέλεσμα της εξής διαπίστωσης: ότι αυξάνει ανησυχητικά η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης» και γι’ αυτό «Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να επιτύχει πληρέστερο έλεγχο του ενεργειακού πεπρωμένου της»!

Το κυρίαρχο ζήτημα που θέτει είναι οι κίνδυνοι από την εξάρτηση της Ευρώπης από εξωτερικές ενεργειακές πηγές. «Οι κοινοτικοί πόροι συμβατικών πρωτογενών ενεργειών δεν επιτρέπουν, βάσει των διαθέσιμων τεχνολογιών να εξεταστεί το ενδεχόμενο ενεργειακής αυτονόμησης της Ευρώπης. Μόνο οι ανανεώσιμες πηγές υψηλής τεχνολογίας μπορούν να περιορίσουν τις τάσεις προς μια αυξημένη ενεργειακή εξάρτηση.» Αν και: «Οι τεχνολογικές ανανεώσιμες μορφές ενέργειας και οι προηγμένες τεχνολογίες βρίσκονται ακόμα εντελώς στα σπάργανα… χάρη στις ενισχυμένες προσπάθειες που καταβάλλουν οι δημόσιες αρχές, εξαπλώνονται αρκετά εδώ και μερικά χρόνια…» Οι ανανεώσιμες μορφές ενέργειας είναι η μόνη πηγή ενέργειας επί της οποίας η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει περιθώρια ελιγμών. Η Ένωση δεν μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό της την πολυτέλεια να αγνοήσει την ως άνω μορφή ενέργειας.»

Οι προτεραιότητες

Το ζήτημα που προβάλλεται είναι ότι η Ευρώπη, ο δεύτερος καταναλωτής παγκόσμια και πρώτος εισαγωγέας ενεργειακών προϊόντων, με εγκατεστημένη ισχύ μονάδων 600 GW το 2000, βρίσκεται μπροστά σε μια συγκυρία αντικατάστασης περίπου 300 GW σταθμών παραγωγής ενέργειας που έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο ζωής τους, αλλά και εγκατάστασης νέων σταθμών 200-300 GW για την κάλυψη της αύξησης της κατανάλωσης, την εικοσαετία 2000-2020.

Οι απρόβλεπτες αυξήσεις των τιμών των υδρογονανθράκων οδηγούν σε αναζήτηση ενισχυμένου μηχανισμού διατήρησης στρατηγικών αποθεμάτων και νέων διαδρομών εισαγωγής.

Το πετρέλαιο αντιμετωπίζεται φιλικά, αρκεί να προέρχεται από χώρες της Ευρώπης, όμως στη Βόρεια Θάλασσα το πετρέλαιο είναι λίγο και με πολύ ακριβότερο κόστος εξόρυξης.

Για το φυσικό αέριο, διατυπώνεται ότι αποτελεί κίνδυνο για «μια νέα εξάρτηση».

Όμως: «Η πυρηνική ενέργεια και τα στερεά καύσιμα είναι πλέον μη επιθυμητά ενεργειακά προϊόντα… μολονότι η συμμετοχή τους… στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας είναι καθοριστικής σημασίας», με 35% και 26% αντίστοιχα.

Το μέλλον της πυρηνικής ενέργειας φαίνεται αβέβαιο, «εξ αιτίας της αντίθεσης μέρους της κοινής γνώμης». Άλλα προβλήματα αποτελούν η εισαγωγή του ουρανίου (εξάρτηση κατά 95%), και η διαχείριση των πυρηνικών αποβλήτων. Όμως η πρόταση είναι: «Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να διατηρήσει τον έλεγχο της πυρηνικής τεχνολογίας για αστικές χρήσεις προκειμένου να διαφυλάξει την απαραίτητη εμπειρογνωμοσύνη, να αναπτύξει αποδοτικότερους αντιδραστήρες σχάσης και να επιτρέψει την επίτευξη της σύντηξης.» Εξ άλλου, χάρη στην πυρηνική ενέργεια «αποφεύγονται 312 Mt εκπομπών CO2 ετησίως, 7% του συνόλου των αερίων που εκπέμπει η Ένωση».

Για τον άνθρακα, που μεγάλο μέρος του ήταν εισαγόμενο, το σκεπτικό είναι ότι: «επιβάλλεται να ληφθούν σκληρές αποφάσεις για το μέλλον του… επειδή δεν είναι ανταγωνιστικός. Για λόγους συνδεόμενους με την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού, θα ήταν δυνατό να εξετασθεί ως ενδεχόμενο η διατήρηση της πρόσβασης σε ορισμένα αποθέματα. Τοιουτοτρόπως, θα ήταν δυνατό να διατηρηθεί η εξέχουσα θέση της ευρωπαϊκής τεχνολογίας σε θέματα εξαγωγής και καθαρής καύσης του άνθρακα.»

Προχώρησαν αγνοώντας την κοινωνία

Έτσι κατέληξαν, ότι το μερίδιο των έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας θα έπρεπε να διπλασιαστεί. Γνωρίζοντας ευθύς εξ αρχής, ότι η πορεία ανάπτυξης των έργων δεν θα είχε κοινωνική συναίνεση: «οι εντόπιοι πληθυσμοί… σήμερα παρεμποδίζουν την ανάπτυξη εγκαταστάσεων για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.». Αναγνωρίζοντας επίσης, ότι για την υδροηλεκτρική ενέργεια δεν υπήρχαν περιθώρια επέκτασης λόγω αντιδράσεων, με εξαίρεση τα μικρά υδροηλεκτρικά και: «Ως εκ τούτου, θα πρέπει οι υπόλοιπες μορφές ανανεώσιμων ενεργειών (βιομάζα, αιολική ενέργεια, ηλιακή ενέργεια, γεωθερμική ενέργεια), να εξασφαλίσουν σχεδόν το σύνολο της επιδιωκόμενης αύξησης. Αυτό συνεπάγεται τετραπλασιασμό του σχετικού μεριδίου τους και όχι απλώς διπλασιασμό στην πραγματικότητα.»

Στο κείμενο, αναφέρεται ότι η ενεργειακή εξάρτηση της Ένωσης ήταν το 2000, 50% και ότι εάν δεν λαμβανόταν μέτρα, σε 20 με 30 χρόνια το ποσοστό αυτό θα ανέβαινε σε 70%.

Μετά από είκοσι χρόνια μεταρρυθμίσεων, από επίσημη έκθεση της Κομισιόν προκύπτει ότι το 2018 η Ευρώπη αντιμετωπίζει ακόμη πιο έντονο πρόβλημα ενεργειακής εξάρτησης ύψους 58,2% και αυτό οφείλεται στην εισαγωγή ορυκτών καυσίμων και φυσικού αερίου!

Επιμέλεια: Βάννα Σφακιανάκη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

five × one =