Ήταν 26 Ιανουαρίου του 2019. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχανε την ψυχραιμία του όταν ο δημοσιογράφος του CNN Τζιμ Ακόστα τον ερωτούσε με αφορμή ρατσιστικές του δηλώσεις περί χωρών «απόπατων». Αντί να απαντήσει, ο Αμερικανός τον έδιωξε από το οβάλ γραφείο του Λευκού Οίκου!
Ήταν 27 Νοεμβρίου του 2025. Ο Ντόναλντ Τράμπ επιτέθηκε στη δημοσιογράφο Κέιτι Ρότζερς των New York Times χαρακτηρίζοντάς την «άσχημη» και «δευτεροκλασάτη», επειδή έγραψε ένα άρθρο στην εφημερίδα σύμφωνα με το οποίο ο 79χρονος Ρεπουμπλικάνος ακολουθεί πιο χαλαρό πρόγραμμα λόγω της ηλικίας του.
Ήταν 4 Φεβρουαρίου 2026. Η δημοσιογράφος του CNN Κέιτλιν Κόλινς, αναφερόμενη στα αρχεία του Τζέφρι Έπστιν, ζήτησε το σχόλιο του Τραμπ σε ότι αφορά τους στενούς του συμμάχους, Ίλον Μασκ και (τον υπουργό Εμπορίου) Χάουαρντ Λούτνικ. Ο Ντόναλντ Τραμπ αντί απάντησης, προτίμησε να χαρακτηρίσει ανέντιμο το δίκτυο CNN, ενώ για τη δημοσιογράφο «περιορίστηκε» να της πει ότι «δεν χαμογελά ποτέ γιατί δεν λέει την αλήθεια» και ότι «είναι η χειρότερη ρεπόρτερ»…
Ήταν 10 Φεβρουαρίου 2026. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης δέχθηκε ερώτηση (στη διάρκεια της επίσημης ενημέρωσης…) από τον δημοσιογράφο Χρήστο Αβραμίδη για την πολύνεκρη τραγωδία στη Χίο και τους χειρισμούς του Λιμενικού. Ο κ.Μαρινάκης αντί για απάντηση, απείλησε με νομικές ενέργειες και επιτέθηκε με ακραίους χαρακτηρισμούς κατά του δημοσιογράφου. Στη συνέχεια επιτέθηκε γενικώς και αορίστως σε ΜΜΕ για «προπαγάνδα», φτάνοντας στο σημείο να μιλάει για «ένα κύκλωμα που δρα σε διάφορα μέσα και εξυπηρετεί διάφορα συμφέροντα» και των οποίων «ο στόχος τους είναι η αποσταθεροποίηση»…
Ήταν 12 Φεβρουαρίου 2026 όταν ο Δήμαρχος Κυθήρων, σε απάντηση του για όσα ισχυρίζεται ο τοπογράφος-μηχανικός κ.Συρμαλής, έκανε λόγο για «πηχυαίους βαρύγδουπους τίτλους, με μοναδικό στόχο την αύξηση της τοξικότητας στην τοπική μας κοινωνία, τοξικότητα από την οποία οι ίδιοι συντηρούνται αδιαφορώντας προκλητικά για την ηρεμία της τοπικής κοινωνίας και την προστασία της από συκοφαντίες και αναπόδεικτες κατά καιρούς αιτιάσεις».
Θα μπορούσα να συνεχίσω απαριθμώντας χιλιάδες επιθέσεις κορυφαίων (ή και λιγότερο κορυφαίων…) παραγόντων του παγκόσμιου και ελληνικού δημοσίου βίου κατά δημοσιογράφων και ΜΜΕ. Ίσως τα πιο πάνω δεν είναι και τα χειρότερα παραδείγματα. Στην Γάζα σκοτώνουν τους εκπροσώπους του Τύπου που απλά επιδιώκουν να κάνουν τη δουλειά τους, να ενημερώσουν… Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων (ΔΟΔ) «εκατόν έντεκα δημοσιογράφοι, μεταξύ αυτών και επτά γυναίκες, σκοτώθηκαν το 2025». Ευτυχώς στην Ελλάδα δεν πυροβολούνται όσοι δημοσιογράφοι επιδιώκουν ακόμα να κάνουν τη δουλειά τους…
Υπάρχει όμως κάτι κοινό σε όλα τα πιο πάνω: Πολλοί «ηγέτες» δεν αντέχουν την δημόσια κριτική. Έχουν δυσανεξία στον δημόσιο έλεγχο. Αντί να απαντούν στις ερωτήσεις, επιτίθενται σε αυτούς που ερωτούν… Με αυτό τον τρόπο στην ουσία αμφισβητούν (σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας) την ελευθεροτυπία.
Να ξεκαθαρίσουμε κάτι: Το Άρθρο 14 του Συντάγματος της Ελλάδας κατοχυρώνει την ελευθεροτυπία, ορίζοντας ρητά ότι «ο Τύπος είναι ελεύθερος» και απαγορεύει τη λογοκρισία, καθώς και οποιοδήποτε προληπτικό μέτρο. Καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, με την ελευθερία αυτή να αποτελεί θεμέλιο της δημοκρατία. Η λογοκρισία απαγορεύεται σαφώς με μοναδικές εξαιρέσεις υποθέσεις που άπτονται ακραίων ενεργειών (π.χ. προσβολή της χριστιανικής θρησκείας, άσεμνα δημοσιεύματα, ή αποκάλυψη μυστικών της εθνικής άμυνας). Τίποτα άλλο…
Η ελευθεροτυπία περιλαμβάνεται στην παγκόσμια διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ΟΗΕ. Δεν αφορά μόνο τους δημοσιογράφους και τους λειτουργούς του Τύπου, αλλά πρωτίστως τους πολίτες, στους οποίους οφείλουμε να παρέχουμε σφαιρική, αντικειμενική και ολοκληρωμένη ενημέρωση.
Τέλος η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει λάβει σημαντικά μέτρα για την ενίσχυση της ελευθεροτυπίας, με ορόσημο την Ευρωπαϊκή Πράξη για την Ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης (European Media Freedom Act – EMFA), η οποία τέθηκε σε πλήρη εφαρμογή στις 8 Αυγούστου 2025. Η νομοθεσία αυτή θεσπίστηκε για να προστατεύσει την πολυφωνία, την ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης και τους δημοσιογράφους από κρατικές παρεμβάσεις και ψηφιακή παρακολούθηση. Ίσως τη νομοθεσία της ΕΕ θα έπρεπε να την γνωρίζουν όσοι επιθυμούν διακαώς να «την υπηρετήσουν»…
Η συμπεριφορά ορισμένων ηγετών και ηγετίσκων, στην ουσία αποτελεί προσπάθεια να αποφύγουν τον δημόσιο έλεγχο. Όταν ένας δημοσιογράφος ρωτάει, ο ερωτώμενος μπορεί να απαντήσει με όποιον τρόπο επιλέγει. Όταν ένα ΜΜΕ μεταφέρει μια δημοσιογραφική πληροφορία (πολύ περισσότερο όταν αναφέρεται σε ένα δημόσιο έγγραφο), δεν σημαίνει ότι υιοθετεί όσα αυτή η πληροφορία ή το έγγραφο υποστηρίζουν. Απλά ρωτάει…
Επιπλέον είναι κοροϊδία να μιλούν για «τοξικότητα» αυτοί που η πρακτική τους περιλαμβάνει συνεχείς μηνύσεις και απειλές για μηνύσεις, συνεχείς επιθέσεις με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς σε κάθε έναν που τους κάνει κριτική, απόλυτη έλλειψη μέτρου και αυτοκριτικής. Ορισμένοι που ποτέ δεν γνώρισαν τι σημαίνει «ιδιωτικός τομέας», που ήταν πάντα κρατικοδίαιτοι, δεν μπορεί να μας κουνούν το δάκτυλο. Στο κάτω-κάτω τα δικά μας χρήματα διαχειρίζονται…
Όλοι γνωρίζουμε την προσπάθεια που γίνεται για τον έλεγχο των ΜΜΕ. Κανένα δημόσιο πρόσωπο δεν θέλει να ελέγχεται. Πολύ περισσότερο αυτό αφορά όσους έχουν «λερωμένη τη φωλιά τους». Το είδαμε πρόσφατα σε παγκόσμιο επίπεδο με τα αρχεία Επστάιν. Το είδαμε στην Ελλάδα με την τραγωδία των Τεμπών, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, την υπόθεση Παναγόπουλου της ΓΣΕΕ και πολλά άλλα. Για να αποφύγουν τον έλεγχο ορισμένοι προσπαθούν να εξαγοράσουν ΜΜΕ. Άλλοι προτιμούν να απειλούν με αγωγές τύπου SLAPP (δείτε ΥΓ 1) τους δημοσιογράφους.
Να ξεκαθαρίσω κάτι: Βεβαίως και οι κρίνοντες κρίνονται. Οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ δεν μπορεί να είναι ανεξέλεγκτοι. Όμως για αυτό υπάρχουν νόμοι που μπορούν να αξιοποιηθούν. Εδώ αναφερόμαστε σε αυταρχικές συμπεριφορές ελεγχόμενων ηγετών. Αναφερόμαστε σε απόπειρες επηρεασμού των ΜΜΕ για να μην δημοσιεύουν αρνητικές για αυτούς πληροφορίες.
Είναι κάτι που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Ο δημόσιος έλεγχος αποτελεί στοιχείο της δημοκρατίας και της ελευθεροτυπίας. Οι δημοσιογράφοι σε αυτό το σημείο είμαστε κάθετοι και αποφασισμένοι. Κανένας δεν μας εκφοβίσει, κανένας δεν θα μας υποχρεώσει να σταματήσουμε να ρωτάμε για όσα αφορούν τους πολίτες και τη δημοκρατία. Τελεία και παύλα…
ΥΓ 1: Ο όρος Στρατηγικές αγωγές κατά της συμμετοχής του κοινού αποτελεί απόδοση του αγγλικού όρου strategic lawsuits against public participation (SLAPP) και αναφέρεται στις αγωγές που κατατίθενται από κάποιο ισχυρό πρόσωπο ή οργανισμό (για παράδειγμα μια επιχείρηση ή έναν υψηλά ιστάμενο αξιωματούχο) ενάντια σε μη κυβερνητικά πρόσωπα ή οργανισμούς, που εκφράζουν κριτική απέναντί τους, σχετικά με κάποιο ζήτημα κοινωνικού ή πολιτικού ενδιαφέροντος. Σκοπός τέτοιων αγωγών δεν είναι να κερδηθεί η δικαστική υπόθεση, αλλά ο εκφοβισμός όσων ασκούν κριτική μέσω της ηθικής και οικονομικής εξουθένωσής τους.
Δημιουργός του άρθρου:
Δημοσιογράφος











