2η Ανοιχτή Επιστολή Simone Perotti (en)(it)

Στη Σάμο φέτος οι τουρίστες είναι λίγο λιγότεροι από το συνηθισμένο. Στην Ικαρία είναι πολύ λιγότεροι. Βρισκόμουν εκεί πριν από λίγες ημέρες, ταξιδεύοντας με ιστιοπλοϊκό μαζί με τη Mediterranea, και είδα, ρώτησα, μπόρεσα να διαπιστώσω την κατάσταση από κοντά. Η Ικαρία διαθέτει αεροδρόμιο εσωτερικών πτήσεων, ενώ στη Σάμο μπορεί κανείς να φτάσει όχι μόνο από την Αθήνα, αλλά και από τις Βρυξέλλες, το Ντίσελντορφ, καθώς και από διάφορα αεροδρόμια της Αγγλίας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Αυτό, ωστόσο, δεν απέτρεψε τη μείωση των επισκεπτών, κυρίως των Ευρωπαίων.

Όταν αποβιβάστηκα στους Φούρνους, το πανέμορφο νησί ανάμεσα στη Σάμο και την Ικαρία, βρήκα αντίθετα την ίδια εικόνα όπως πάντα: όσους επισκέπτες πρέπει, την ίδια ήσυχη ζωή κάθε εποχής. Κάθε χρόνο φτάνουν στους Φούρνους μερικές χιλιάδες Ευρωπαίοι, αποφασισμένοι να κάνουν ό,τι χρειαστεί για να φτάσουν ως εκεί. Παίρνουν πρώτα ένα αεροπλάνο για την Αθήνα, ύστερα ένα δεύτερο για την Ικαρία και τέλος το πλοίο για τους Φούρνους. Ένα μικρό νησί — το ένα δέκατο των Κυθήρων — που όμως κρατά πάντα την υπόσχεσή του. Και όπου ένα μικρό λεωφορείο πηγαινοέρχεται για να εξυπηρετεί όσους δεν έχουν αυτοκίνητο. Οδηγός είναι η Φραντσέσκα, μια πληθωρική και συμπαθέστατη γυναίκα, που με δύο ευρώ σε πηγαίνει στο χωριό για ψώνια, όπου κι αν μένεις.

Πώς εξηγείται, λοιπόν, αυτή η μείωση των τουριστών σε δύο μεγάλα νησιά με καλές συγκοινωνίες; Και πώς γίνεται οι Φούρνοι να συνεχίζουν κανονικά, σαν να μη συμβαίνει τίποτα;

Οι τουριστικές ροές έχουν γίνει πια απρόβλεπτες. Αρκεί να αυξηθεί η τιμή σε ένα αεροπορικό δρομολόγιο ή ένας ταξιδιωτικός πράκτορας σε κάποιον «ανταγωνιστικό» προορισμό να κινηθεί πιο έξυπνα, και ξαφνικά ένα νησί μπορεί να μη δει σχεδόν κανέναν ή, αντίθετα, να πλημμυρίσει από τουρίστες. Αρκεί ένας μακρινός πόλεμος, μια αύξηση στις τιμές των καυσίμων ή οποιοσδήποτε άλλος παράγοντας αστάθειας, και οι Ευρωπαίοι ή οι Αμερικανοί μένουν στα σπίτια τους αντί να ταξιδέψουν, πιστεύοντας πως είναι καλύτερα να μην πάνε πουθενά αυτό το καλοκαίρι.

Από όσα μπόρεσα να συγκεντρώσω και να μελετήσω, το κόστος των αεροπορικών εισιτηρίων κράτησε το 2026 μακριά από τη Μεσόγειο πολλά εκατομμύρια Αυστραλών, Αμερικανών και Ασιατών. Και αυτό σε μια χρονιά ήδη επιβαρυμένη από την περιορισμένη παρουσία των Ρώσων, λόγω των γνωστών γεγονότων στην Ουκρανία, καθώς και από πολλές ακόμη εστίες πολιτικής και πολεμικής αστάθειας στη Μέση Ανατολή και στον Περσικό Κόλπο.

Για τις αεροπορικές εταιρείες, άλλωστε, δεν είναι όλες οι πτήσεις ίδιες: κάποιες κοστίζουν περισσότερο και αποφέρουν λιγότερα, ή το αντίστροφο. Είναι μάλιστα συνηθισμένη πρακτική να αλλάζουν λίγο την τιμή ενός εισιτηρίου ή να προωθούν πιο έντονα μια πτήση την κρίσιμη περίοδο των τουριστικών κρατήσεων, ώστε να κατευθύνουν προς τον έναν ή τον άλλο προορισμό όσους έχουν ήδη αποφασίσει να πάνε διακοπές. Κι έτσι, κάποιος που επένδυσε ό,τι είχε και δεν είχε σε ένα ξενοδοχείο ή ένα εστιατόριο μπορεί ξαφνικά να βρεθεί με την επιχείρησή του μισοάδεια, χωρίς καν να ξέρει το γιατί.

Η Σάμος, σε μια χρονιά κατά την οποία ο τουρισμός φαίνεται να υποχωρεί, αντέχει χάρη στους Τούρκους, οι οποίοι, όπως είναι γνωστό, επενδύουν εδώ και χρόνια στα Δωδεκάνησα χωρίς αυτό να προκαλεί ιδιαίτερη αγανάκτηση σε κανέναν. Έχουν αγοράσει, κατασκευάσει ή αναλάβει τη διαχείριση μαρίνων, ξενοδοχείων και εστιατορίων. Οι Έλληνες δεν βλέπουν με καλό μάτι αυτή την «εισβολή», αλλά, όπως έλεγαν οι Λατίνοι, «pecunia non olet» — το χρήμα δεν μυρίζει. Επικρατεί λοιπόν στην τοπική επιχειρηματική κοινωνία η άποψη «Καλώς να έρθουν οι Τούρκοι», οι οποίοι δεν περιορίζονται στο να αγοράζουν και να χτίζουν, αλλά φέρνουν με τα σκάφη τους στα όμορφα ελληνικά νερά και εκατοντάδες συμπατριώτες τους για ημερήσιες εκδρομές.

Πολύ λιγότεροι φτάνουν στην Ικαρία — η μείωση αγγίζει το 30% — η οποία βρίσκεται πιο μακριά από την Τουρκία και έχει αναλάβει λιγότερες πρωτοβουλίες. Η Σάμος, αντίθετα, εδώ και δέκα χρόνια έχει επενδύσει πολύ σε μια πολιτιστική ταυτότητα ικανή να αναδείξει τις μεγάλες μορφές του παρελθόντος της: τον Επίκουρο, τον Πυθαγόρα και τον Αρίσταρχο, την εμπνευσμένη παραμονή του Αισώπου στο νησί, αλλά και τις ονειρικές περιγραφές του Ηροδότου, ο οποίος ύμνησε το μεγαλύτερο ελληνικό τέμενος της αρχαιότητας, το Ηραίο, τέσσερις φορές μεγαλύτερο από τον Παρθενώνα. Το 2016, σε μια λαμπρή παρουσίαση στη Ρώμη, οι αρχές της Σάμου παρουσίασαν τα φιλόδοξα πολιτιστικά τους σχέδια στην έδρα της ελληνικής πρεσβείας. Γι’ αυτό σήμερα η Σάμος αντέχει καλύτερα από την Ικαρία, παρόλο που οι Τούρκοι επισκέπτες είναι φέτος λιγότεροι από το συνηθισμένο.

Ο πολιτισμός αποδίδει περισσότερο από τους Τούρκους, γιατί φέρνει ταξιδιώτες με πραγματικό ενδιαφέρον, που παραμένουν πιστοί στον προορισμό. Αντίθετα, η μαζική άφιξη Τούρκων επισκεπτών έχει καθαρά οικονομικό χαρακτήρα και συνοδεύεται από δυσάρεστες συνέπειες, όπως η αύξηση στις τιμές της γης, των τροφίμων και των εστιατορίων. Για μια διαδρομή δέκα λεπτών με ταξί από το αεροδρόμιο μέχρι τη Μαρίνα Πυθαγορείου χρειάζονται 25 ευρώ — αναμφίβολα υπερβολικά πολλά. Και η ζωή των κατοίκων του νησιού γίνεται ολοένα δυσκολότερη.

Υπάρχει ακόμη περιθώριο προτού αλλοιωθούν τα πάντα, αλλά μόνο επειδή η Σάμος είναι πολύ μεγάλη — μιάμιση φορά τα Κύθηρα — και επειδή η ανάπτυξή της άρχισε αρκετά αργότερα από εκείνη άλλων νησιών. Αν όμως ήμουν κάτοικος της Σάμου, βλέποντας μαρίνες και ξενοδοχεία να ξεφυτρώνουν, θα άρχιζα να κάνω στον εαυτό μου μερικές κάπως ανήσυχες ερωτήσεις.

Για παράδειγμα: αν η φετινή μείωση του τουρκικού και του διεθνούς τουρισμού — σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των κατοίκων, περίπου 20% σε σχέση με το 2025 — δεν είναι προσωρινή, τι θα απογίνουν οι περίπου 80 οδηγοί ταξί που αγόρασαν ακριβά αυτοκίνητα; Και τι θα συμβεί στα ξενοδοχεία και στα εστιατόρια;

Καλύτερα, λοιπόν, να επενδύει κανείς στον πολιτισμό, γιατί έχει ένα κοινό πιο σταθερό και πιο πιστό από εκείνο του μαζικού τουρισμού και από τους Τούρκους τουρίστες. Η Ικαρία θα έπρεπε να ακολουθήσει το παράδειγμα της Σάμου.

Το πραγματικό ερώτημα, όμως, είναι άλλο: γιατί οι Φούρνοι φαίνεται να επηρεάζονται λιγότερο από τα καπρίτσια της αγοράς; Πιθανότατα επειδή απευθύνονται — χωρίς να το επιδιώκουν ή ίσως επειδή καθοδηγούνται σωστά από προνοητικούς και σύγχρονους ανθρώπους της τοπικής αυτοδιοίκησης, αυτό δεν το γνωρίζω — σε έναν διαφορετικό «πελάτη». Περισσότερο σε έναν ταξιδιώτη παρά σε έναν τουρίστα, σε κάποιον που επηρεάζεται λιγότερο από τις διακυμάνσεις της αγοράς.

Συνήθως πρόκειται για έναν Ευρωπαίο ηλικίας μεταξύ 35 και 65 ετών, από τη μεσαία ή ανώτερη μεσαία τάξη, που αποφεύγει τα τουριστικά και πολυσύχναστα μέρη και χαίρεται πολύ όταν βρίσκει ένα λιτό αλλά αυθεντικό κατάλυμα. Δεν χρειάζεται να του προσφέρεις ανέσεις, διασκέδαση και ομπρέλες στην παραλία, γιατί απλούστατα δεν τα έχει ανάγκη. Αντίθετα, αυτός ο ταξιδιώτης λατρεύει τα φυσικά νησιά, όπου τον ρυθμό τον δίνει η ζωή ήσυχων κατοίκων που δεν θέλουν να κερδοσκοπήσουν εις βάρος του ούτε να τον γδάρουν. Και πάνω απ’ όλα, τον δίνει η ίδια η φύση, ο μεγάλος μαέστρος που, με τον άνεμο, τη θάλασσα, τον ήλιο, την πέτρα, το φως και το καλό, απλό φαγητό, διευθύνει με τον καλύτερο τρόπο την ορχήστρα της παραμονής του στο νησί.

Το ίδιο συμβαίνει και στους Λειψούς, λίγο πιο πέρα — όπως και σε πολλά άλλα νησιά του Αιγαίου που έχουν κάνει συνετές επιλογές. Εκεί, τα τελευταία χρόνια, ο τουρισμός όχι μόνο δεν μειώθηκε, αλλά αυξήθηκε σταδιακά. Η ανάπτυξή του, όμως, προωθήθηκε με «ελεγχόμενο» τρόπο — με τρία συνεχόμενα ρεκόρ αφίξεων από το 2022 έως το 2024 — μέσα από ένα τουριστικό μοντέλο διαφορετικό από εκείνο των πιο εμπορευματοποιημένων νησιών: χωρίς σειρές από ξαπλώστρες και οργανωμένες παραλίες, με κοινή άρνηση απέναντι στις πισίνες, με παρεμβάσεις για τον περιορισμό της σπατάλης νερού — μείωση της κατανάλωσης κατά 32% από το 2024 στο 2025 — και με προγράμματα προστασίας της θάλασσας, για την αποκατάσταση των λιβαδιών της Ποσειδωνίας και την προστασία των θαλάσσιων θηλαστικών.

Ένας επιλεκτικός τουρισμός χαμηλού περιβαλλοντικού αποτυπώματος, που δημιουργεί θέσεις εργασίας για τους κατοίκους και σε δραστηριότητες που δεν συνδέονται άμεσα με τον τουρισμό. Ένα μοντέλο που επέτρεψε στους Λειψούς να «επιλέξουν» τους επισκέπτες τους, προστατεύοντας όσο γίνεται καλύτερα το φυσικό περιβάλλον και τη θάλασσά τους, χωρίς να αλλοιωθούν. Γι’ αυτό και η δήμαρχος Ευαγγελία Λαούντου παρέλαβε πριν από λίγες ημέρες επίσημα τη «Σημαία της Μεσογείου», μια ανεξάρτητη και ιδιαίτερα επιλεκτική διεθνή διάκριση, που αναγνωρίζει την αξία των επιλογών του νησιού.

Κάποιος στους Λειψούς πρέπει να κατάλαβε αυτό που οι ειδικοί εξηγούν εδώ και πολλά χρόνια: ότι στην Ευρώπη ο εναλλακτικός τουρισμός δεν αποτελεί πλέον μια περιθωριακή αγορά. Αν συνδυάσουμε τα στοιχεία της Eurostat — σύμφωνα με τα οποία 249 εκατομμύρια Ευρωπαίοι πολίτες ταξιδεύουν κάθε χρόνο — με τις έρευνες της European Travel Commission για την αναζήτηση λιγότερο γνωστών προορισμών, μπορούμε να υπολογίσουμε ότι το πιθανό κοινό του οικολογικού και του slow tourism κυμαίνεται μεταξύ 100 και 140 εκατομμυρίων ταξιδιωτών.

Ο πιο συνειδητοποιημένος πυρήνας αυτού του κοινού — όσοι αναζητούν ξεκάθαρα και αποκλειστικά μέρη έξω από τα καθιερωμένα τουριστικά κυκλώματα, πιο αληθινά, πιο οικολογικά και πιο «παραδοσιακά» — υπολογίζεται, με μετριοπαθείς εκτιμήσεις, σε τουλάχιστον 25 έως 40 εκατομμύρια ανθρώπους. Πρόκειται για ένα τεράστιο σύνολο ταξιδιωτών, οι οποίοι συνεχίζουν να ταξιδεύουν ακόμη και όταν η γενική τουριστική αγορά υποχωρεί, επειδή έχουν ισχυρό κίνητρο και μπορούν να το αντέξουν οικονομικά. Παρ’ όλα αυτά, κάθε χρόνο βρίσκουν όλο και λιγότερες επιλογές όταν πρέπει να αποφασίσουν πού θα περάσουν τις διακοπές τους.

Και αυτή η δυσκολία οφείλεται στον μαζικό τουρισμό: έναν τουρισμό που περιφρονεί τα περιβαλλοντικά ζητήματα, δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για τις τοπικές κοινωνίες αλλά τείνει να τις ανατρέπει, και θα ήθελε να βλέπει παντού διεθνή αεροδρόμια και σειρές ξενοδοχείων — αντί για οικονομικά σπίτια για τους κατοίκους και καλύτερες εσωτερικές συνδέσεις με την Αθήνα. Έναν τουρισμό που πιστεύει ότι ένα ελληνικό νησί πρέπει να γίνει ίδιο με ένα ιταλικό ή ισπανικό, για να «ανταποκριθεί» στις μέτριες απαιτήσεις του μέσου κοινού. Έτσι, όμως, περιορίζονται συνεχώς τα μέρη που εξακολουθούν να ενδιαφέρουν αυτή τη συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων — οι οποίοι, άλλωστε, δεν είναι μόνο Ευρωπαίοι.

Με αυτόν τον τρόπο, σε μια χρονιά που δεν είναι ιδιαίτερα καλή για τον τουρισμό, οι Λειψοί κατέγραφαν τον Ιούλιο αύξηση αφίξεων κατά 9%, αντέχοντας με άνεση εκεί όπου άλλα νησιά, λίγα μόλις μίλια μακριά, δυσκολεύονται. Και όλα αυτά χωρίς να χρειαστεί να καταστρέψουν τις ακτές τους, να μοιάσουν με όλους τους άλλους ή να χάσουν τον χαρακτήρα τους…

Αυτό το καλοκαίρι είδα να κυκλοφορούν στα social media και σε ειδικά περιοδικά πολλά βίντεο και άρθρα για τα Κύθηρα. Όλα είχαν ξεκάθαρα διαφημιστικό χαρακτήρα και είχαν δημιουργηθεί από διαφορετικούς φορείς, που δραστηριοποιούνται σε διάφορα δίκτυα. Δεν υπήρχε ούτε ένα που να απευθύνεται σε αυτά τα 25–40 εκατομμύρια ταξιδιωτών. Συμπεραίνω, λοιπόν, ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν ήρθαν να μας επισκεφθούν.

Αντίθετα, το ύφος ήταν είτε glamour — ένα ποτήρι κρασί σε πρώτο πλάνο πάνω σε λευκό τραπεζομάντιλο, ενώ στο βάθος κάποιος βουτούσε στη θάλασσα — είτε εκείνο των διασκεδαστικών διακοπών, με παρέες νέων που χορεύουν, εκδρομές με σκάφος και όμορφα στημένα πιάτα με λαχταριστό φαγητό, είτε η κλασική εικόνα της Ελλάδας: θάλασσα, ήλιος, παραλίες.

Λίγο καλύτερη ήταν η δυναμική διαφημιστική καμπάνια στο Μετρό της Αθήνας, με 62 διαφημιστικά πλαίσια σε 17 σταθμούς για δύο εβδομάδες. Τα κεντρικά της συνθήματα ήταν: «Κύθηρα, άκου τα βήματά σου», «Η Ελλάδα που αγαπάς είναι ακόμη εδώ», «Εδώ ο χρόνος κυλά αλλιώς». Μια κατεύθυνση αμυδρά σωστή, αλλά σίγουρα υπερβολικά γενική και «light» σε σχέση με αυτό που πραγματικά χρειάζεται — και τα αποτελέσματα φαίνεται να το επιβεβαιώνουν.

Όλες αυτές οι καμπάνιες αποσκοπούν, πάντως, στο να τοποθετήσουν τα Κύθηρα, τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο, στον χάρτη ως έναν «τουριστικό παίκτη», ενώ στην πράξη το νησί δεν είναι ακόμη έτοιμο να υποδεχθεί τουρίστες «αυτού του είδους».

Το σύνθημα «Η Ελλάδα που αγαπάς είναι ακόμη εδώ», για παράδειγμα, συνοδεύεται νοητά από εικόνες τόπων όπου, όπως μαθαίνω, κάποιοι θα ήθελαν να κατασκευάσουν μια «Ριβιέρα». Δεν υπάρχει εδώ μια αντίφαση; Μια κάποια σύγχυση…

Ποια είναι, λοιπόν, η αληθινή και καλή ιστορία που θα μπορούσαμε να αφηγηθούμε γι’ αυτόν τον τόπο; Εδώ φτάνουμε στην ουσία: δεν τη γνωρίζουμε. Αυτή είναι η δραματική πραγματικότητα. Ή, τουλάχιστον, δεν είμαστε βέβαιοι γι’ αυτήν. Ο καθένας θα ήθελε τη δική του, διαφορετική ιστορία, ίσως ανάλογα με το προσωπικό του συμφέρον, ξεχνώντας ότι το κοινό όφελος, η προσφορά προς την κοινότητα και η μακρόπνοη σκέψη είναι οι μόνοι τρόποι για να ωφελήσουμε πραγματικά και τον ίδιο μας τον εαυτό.

Γιατί, αν παρακολουθήσατε τον συλλογισμό μέχρι εδώ, θα έχετε καταλάβει ότι στην πραγματικότητα μιλήσαμε μόνο για χρήματα. Για τουρίστες, έσοδα και αριθμούς επισκεπτών που ωφελούν το νησί. Δεν είμαι βέβαιος ότι στους Φούρνους και στους Λειψούς θα ακολουθούσαν τον ίδιο συλλογισμό. Ίσως στην Αμοργό να το έκαναν, αν κρίνουμε από το πόσο έντονα επενδύουν στον τουρισμό: με ένα σχέδιο διπλασιασμού της δυναμικότητας του λιμανιού των Καταπόλων — ώστε να υποδέχεται περισσότερα επιβατηγά πλοία και κρουαζιερόπλοια — με έναν μεγάλο περιφερειακό δρόμο που θα περνούσε κοντά στον προστατευόμενο αρχαιολογικό χώρο της Μινώας, με την κατασκευή αεροδρομίου και μιας μεγάλης μαρίνας στην Αιγιάλη.

Όλα αυτά τα επιθυμεί η δημοτική αρχή και τα πολεμούν έντονα οι κάτοικοι. Ανησυχούν για την αύξηση της κυκλοφορίας, που προκαλεί μποτιλιάρισμα και τροχαία ατυχήματα· για τον τεράστιο όγκο απορριμμάτων, που δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπιστεί και καταλήγει σε ανεξέλεγκτες χωματερές, προκαλώντας ρύπανση και πυρκαγιές· για τις παραλίες που καταλαμβάνονται από ιδιωτικά συμφέροντα και κλείνουν την πρόσβαση στους ντόπιους· για το νερό, που έχει γίνει πανάκριβο αγαθό πολυτελείας· για το κόστος ζωής και τις τιμές των προϊόντων και των ενοικίων, που ανεβαίνουν δραματικά· για την εργασία, που οδηγείται σε καθεστώς υπερεκμετάλλευσης· και για τις μικρές επιχειρήσεις, που δέχονται ολοένα μεγαλύτερη πίεση από ισχυρά ξένα κεφάλαια.

Γι’ αυτό η Αμοργός βρίσκεται στην προσωπική μου λίστα με τα ελληνικά νησιά στα οποία δεν θα επιστρέψω και τα οποία συμβουλεύω τους άλλους να μην επισκεφθούν. Πονάω και μόνο όταν σκέφτομαι τι κινδυνεύει να γίνει. Θα κρατήσω τη μνήμη της όπως ήταν υπέροχη πριν από σαράντα χρόνια, πριν από είκοσι και ακόμη πριν από δέκα χρόνια.

Αυτό που δεν γνωρίζουμε στα Κύθηρα ως κοινότητα — δηλαδή ποια αληθινή ιστορία θέλουμε να αφηγηθούμε στον εαυτό μας και στους άλλους, ποιο είναι το όραμά μας για το νησί — δημιουργεί έναν κίνδυνο παρόμοιο με εκείνον που αντιμετωπίζει η Αμοργός. Μας οδηγεί σε ασύνδετες επιλογές και σοβαρά λάθη, παρόλο που οι προσωπικές μας πρωτοβουλίες ξεκινούν μερικές φορές από τις καλύτερες προθέσεις.

Και δεν το γνωρίζουμε επειδή δεν το σκεφτόμαστε. Επειδή θεωρούμε περιττό να έχουμε ένα κοινό και συμφωνημένο όραμα, ίσως προϊόν ενός συμβιβασμού, που όμως θα μπορούσε να μας εκπροσωπεί όλους όσο γίνεται καλύτερα. Αντί να είμαστε αναγκασμένοι να ανεχόμαστε τις μικροπολιτικές διαμάχες και τις λεκτικές μονομαχίες στις τοπικές εφημερίδες — άχρηστες, επιζήμιες και κάπως θλιβερές, επιτρέψτε μου να το πω — χρειαζόμαστε ώριμους άνδρες και γυναίκες, ιδέες και διάλογο. Χρειάζεται να μιλήσουμε ήρεμα μεταξύ μας, ίσως από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Απρίλιο, όταν μένουμε περισσότερο μόνοι μας. Πρώτα σε ομάδες διάσπαρτες σε όλο το νησί και ύστερα όλοι μαζί.

Όταν δημοσίευσα πριν από δύο χρόνια την «Ανοιχτή Επιστολή» μου, ήλπιζα ότι θα βοηθούσα να ξεκινήσει ακριβώς αυτό. Η προσπάθεια, όμως, να οργανωθεί μια ομάδα ενεργών πολιτών φαίνεται πως απέτυχε πριν ακόμη αρχίσει.

Το πρόβλημα — και ταυτόχρονα η ευκαιρία — παραμένει μπροστά μας: να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε προς τα πού θέλει να κατευθυνθεί η κυθηραϊκή κοινότητα. Μια κοινότητα που κάποιοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι είναι μόνο ελληνική ή μόνο νησιωτική, ενώ πολλοί ξεχνούν ότι αποτελείται επίσης από ανθρώπους που μετανάστευσαν και επέστρεψαν, από παλιούς και νέους μετανάστες και από ανθρώπους που άφησαν την πατρίδα τους για να ζήσουν εδώ.

Λέγεται ότι, αν οι φίλοι μας αλβανικής καταγωγής ψήφιζαν όλοι, θα αποτελούσαν περίπου το 17% των ψηφοφόρων — στις τελευταίες εκλογές ψήφισαν 2.379 από τους 7.223 εγγεγραμμένους, δηλαδή η συμμετοχή ήταν 33%. Οι Ευρωπαίοι φίλοι μας που έχουν εγκατασταθεί εδώ θα αντιπροσώπευαν άλλο τόσο, ίσως και περισσότερο, καθώς είναι όλοι ενήλικοι. Τι σκέφτεται, λοιπόν, αυτό το 40% του πληθυσμού, που δημιουργεί οικονομική δραστηριότητα, εισόδημα και κατανάλωση και φέρνει εδώ φίλους, συγγενείς και ανθρώπους που θέλουν να γνωρίσουν τον τόπο; Τι θα ήταν τα Κύθηρα χωρίς αυτούς; Και τι σκέφτεται το υπόλοιπο 60%;

Σε ποιο νησί πιστεύουμε όλοι μας ότι κατοικούμε; Με ποιες προοπτικές, ποια ανάπτυξη και ποιες αλλαγές να μας περιμένουν; Πόσοι θεωρούν ότι ο τουρισμός είναι η μοναδική επιλογή και πόσοι σκέφτονται και άλλες δραστηριότητες, ικανές να φέρουν πίσω τους νέους που έφυγαν για να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη;

Μπορούν το περιβάλλον, η προστασία και η διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και του τόπου, η γεωργία, η χειροτεχνία, τα τοπικά προϊόντα, η ιστορία και οι παραδόσεις να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και μια ελεγχόμενη αύξηση του πληθυσμού, παράλληλα με τον τουρισμό; Μπορούν οι νέες τεχνολογίες, η τηλεργασία και η τέχνη να αποτελέσουν — όπως συμβαίνει σε πολλά μέρη παρόμοια με τα Κύθηρα — μια πραγματική επαγγελματική ευκαιρία και έναν διαφορετικό τρόπο ζωής;

Πόση και ποια ενέργεια χρειαζόμαστε, τώρα που ίσως αποφύγαμε τον παραλογισμό των βιομηχανικών αιολικών εγκαταστάσεων; Μας ενδιαφέρει να γίνουμε ενεργειακά αυτόνομοι με δύο μόνο ανεμογεννήτριες μέτριου μεγέθους και με την ενίσχυση αυτόνομων και διασυνδεδεμένων φωτοβολταϊκών συστημάτων, χωρίς ποτέ να έχουμε διακοπές ρεύματος; Και τι πρέπει να κάνουμε για να συγκρατούμε το 95% του βρόχινου νερού που κάθε χρόνο καταλήγει ανεκμετάλλευτο στη θάλασσα; Τι χρειάζονται το σχολείο και οι υπηρεσίες υγείας για να λειτουργούν σωστά;

Με λίγα λόγια, ενδιαφέρεται κανείς να μάθει τι θέλουμε, τι δεν μας αρέσει και τι ονειρευόμαστε για αυτόν τον υπέροχο τόπο, που βρίσκεται αντιμέτωπος με τις προκλήσεις του παρόντος και όπου όλοι ζούμε ως ένας λαός, είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι;

Εδώ δεν υπάρχουν Αυστραλοί, Αλβανοί, Γάλλοι, Ιταλοί, Αθηναίοι, Έλληνες που μεγάλωσαν εδώ αλλά γεννήθηκαν αλλού, «γνήσιοι» Κυθήριοι, ούτε κάτοικοι του βορρά και του νότου. Είμαστε όλοι εμείς. Κι αν ένας φίλος μας στον Καραβά φτερνιστεί όταν φυσά βοριάς, κρυολογούμε όλοι. Κι όταν ένας φίλος στο Καψάλι έχει μια καλή ιδέα, ωφελούμαστε όλοι, χωρίς καμία διάκριση.

Ζω εδώ όλο τον χρόνο εδώ και έξιμισι χρόνια και το λέω με σεβασμό, αλλά και με καθαρότητα: έχω κουραστεί από τα λόγια και τις άγονες αντιπαραθέσεις. Έχω κουραστεί από όσους υπονομεύουν τις προσπάθειες των ανθρώπων και σπέρνουν διχόνοια, μόνο και μόνο από μια γελοία ανάγκη προσωπικής προβολής.

Θα ήθελα ένα νησί που συναντιέται, αγκαλιάζεται, χαμογελά, κάθεται αναπαυτικά, πίνει μαζί ένα μικρό ποτήρι τσίπουρο και αρχίζει να συζητά σοβαρά, με κίνητρο να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για όλους μας. Δεν υπάρχει ξενοδόχος, έμπορος, εργαζόμενος, καλλιτέχνης, μαθητής ή φοιτητής, νοικοκυρά σε αυτό το νησί που να μη διαθέτει αξιοπρέπεια και το δικαίωμα να εκφράσει τη γνώμη του και να ακουστεί.

Αυτή η γνώμη έχει αξία. Αυτή η γνώμη είμαστε εμείς.

Και έχουμε πολλούς ικανούς ανθρώπους, που μπορούν να προτείνουν σχέδια, αλλαγές, προσαρμογές, ιδέες και οράματα ικανά να εμπνεύσουν και άλλους να κινητοποιηθούν και να δράσουν. Όλοι μας, όμως, έχουμε το καθήκον να σκεφτούμε, να προτείνουμε και να αφηγηθούμε.

Γιατί ένα μόνο πράγμα είναι βέβαιο: όπως συμβαίνει σε όλα τα ελληνικά νησιά και σε όλα τα νησιά της Μεσογείου, από το Γιβραλτάρ μέχρι τη Βηρυτό και από το Τσανάκκαλε μέχρι τον Κόλπο της Σύρτης, αυτό που δεν θα επιθυμήσουμε μαζί, αληθινά και τόσο βαθιά ώστε να εργαστούμε από κοινού γι’ αυτό, δεν θα συμβεί ποτέ.

Και ό,τι κάνουμε μαζί, αλλά χωρίς ένα κοινό όραμα που να το έχουμε νιώσει και συζητήσει, δεν θα γεννήσει τίποτε άλλο παρά αποτυχίες. Θα αφήσει κενά μέσα στα οποία ασυνείδητοι επιχειρηματίες θα αποφασίσουν για λογαριασμό μας.

Κάθε αλλαγή που ένας λαός δεν κατανοεί και δεν μπορεί να καθοδηγήσει τον καταδικάζει σε εκατό χρόνια μοναξιάς. Μόνο που μοναξιά δεν σημαίνει να κάθεσαι μόνος στο σπίτι σου και να μη βλέπεις κανέναν. Σημαίνει να αφήνεις τα πάντα να γλιστρούν προς το σκοτάδι, να αφήνεις τα πράγματα στην τύχη τους, χωρίς να αρχίσεις να εργάζεσαι μαζί με τους άλλους. Χωρίς πρώτα να καταλάβεις ποιο κοινό όραμα μοιράζεσαι μαζί τους και ύστερα, με ηρεμία, υπομονή και — γιατί όχι; — με αγάπη, να προσπαθήσεις να το κάνεις πραγματικότητα.

Αυτό εδώ, όπως γράφει κάποια κάπως ψεύτικη και ξεθωριασμένη διαφημιστική πινακίδα, είναι το νησί της αγάπης. Δεν θα ήταν άσχημο να το θυμόμαστε κι εμείς, αντί να το λέμε μόνο στους τουρίστες.

Νιώθω έντονα την ανάγκη και την επιθυμία να δημιουργηθεί μια ομάδα από τους ανθρώπους του νησιού που έχουν το μεγαλύτερο κίνητρο· από όλες τις κοινότητες που υπάρχουν εδώ, από όλους τους πολίτες των Κυθήρων. Μια ομάδα που θα οργανωθεί και θα εργαστεί για να προωθήσει συναντήσεις, παρουσιάσεις και συζητήσεις, ώστε να αφηγηθούμε ο ένας στον άλλον ποιοι είμαστε, να ακούσουμε, να καταλάβουμε και να σχεδιάσουμε ένα κοινό όραμα για το μέλλον του νησιού.

Ένα όραμα για το οποίο θα εργαστούμε τα επόμενα δέκα χρόνια, χωρισμένοι σε ομάδες εργασίας και αναλαμβάνοντας άμεσες ευθύνες ως ενεργοί πολίτες. Ώστε, ύστερα από κάποιο διάστημα, να μπορέσουμε να κοιταχτούμε στα μάτια, να αναγνωρίσουμε όλοι τον εαυτό μας σε όσα θα έχουμε δημιουργήσει και να χαμογελάσουμε με εκείνη την υπερηφάνεια που σήμερα δεν έχουμε ακόμη κερδίσει.

Simone Perotti

The text in English:

The text in Italian:

📢 Stay informed!

Follow Kythera.News on Viber. Be the first to hear the island's news.

1 COMMENT

  1. Εξαιρετικό.
    Ως μια ελληνίδα συνταξιούχος, που ζει στην Αθήνσ και ψάχνομαι να συμμετέχω εθελοντικά σε πρωτοβουλίες που θα βοηθήσουν τον τόπο καταγωγής μου, το Τσιρίγο, ευχαρίστως να συμμετάσχω σε ενέργειες για το καλό του τόπου…
    Συμφωνώ απόλυτα με όλα όσα γράφτηκαν, αφού είχα την ευκαιρία τα τελευταία χρόνια να επιλέξω νησιά σαν την Ηρακλειά, την Κίμωλο, την Καστό, την Δονούσα, την Κάρπαθο και να διακρίνω Πώς ο τουρισμός ο άκρατος και ανοργάνωτος μπορεί να αλλοιώσει τον ιδισίτερο χαρακτήρα του κάθε νησιού. Οι Τσιριγώτες λοιπόν, καλούνται να απαντήσουν αν θα συνεχίσουν να θέλουν σεζόν 2 μηνών κάθε καλοκαίρι με αέρηδες μελτέμια ή αν θα ήθελαν να ζήσουν καλοκαίρια με μεγαλύτερες σεζόν, όπου για παράδειγμα θα καλούσαν τουρισμό που θα συμμετείχε στο μάζεμα της ελιάς στις αρχές του χειμώνα ή τη συμμετοχή σε άλλες εργασίες που θα αναδείκνυαν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του νησιού….

LEAVE A REPLY

Enter your comment!
please enter your name here

News Feed

Πτώση ιδιωτικού ελικοπτέρου στη Σίφνο

Ελικόπτερο κατέπεσε στη Σίφνο στην περιοχή Θόλος κοντά στο...

Monsieur Minimal live στα Κύθηρα

Ο Monsieur Minimal γιορτάζει την κυκλοφορία του νέου, πολυ-συμμετοχικού...

Πρόωρες εκλογές; Τα email του ΥΠΕΣ στους εκλογείς του εξωτερικού και η χρονική συγκυρία

Νέα συζήτηση γύρω από τα σενάρια πρόωρης προσφυγής στις...

Εικαστική Έκθεση: «Αρχεία της Στάχτης»

Οι πολυθεματικές δράσεις «Μετά τη Στάχτη – Τέχνη, Μνήμη...

Ισχυρό παραμένει το αφήγημα των ελληνικών μετοχών

Η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά δεν είναι πλέον η «φθηνή» αγορά...
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img

Recent Articles

Popular Categories

spot_img